H AKTH…

Κατέβηκα πρόσφατα στην άλλη άκρη της γής
και είδα εσένα μπροστά μου.
Απόρρησα- ρώτησα -αναπροσδιόρησα,
τις σκιές μας στον ήλιο αναμέτρησα.

Δεν είναι κουτό να ψάχνεις για κοχύλια
την στιγμή που ακτή δεν υπάρχει;

Σ’ένα μέρος σαν αυτό
πολύ επικληνές και μακρύ
γεμάτο πέτρες, τοίχους κι έπιπλα
η μνήμη τσαλαπατά
τα τσιγάρα και τους καπνούς που ρουφήχθηκαν.

Με το φακό στραμμένο στέλνω σήματα
και δεν είναι καθαρά τα μηνύματα- το ξέρω,
μόλις σε είδα όμως,
ήμουν με το φακό
τρεμάμενο στο χέρι,
και εσύ απ’την άλλη,
αμέσως με αναγνώρισες.

Στην άλλη άκρη της γής
βρήκα εσένα και είχα χαρεί
γιατί νόμιζα,
οτι μου ανταπέδιδες σήματα
και οτι στις εκλάμψεις του μυαλού μου
έβρισκες μέρος να φωλιάσεις.

Και ναί πίστεψα ό,τι στην μεγάλη γή και
στα πέτρινα τοιχώματα του νού,
οτι ήρθε η ώρα επιτέλους,
καιρός του ήτανε ψυθίρισα,
να βρίσκαμε λίγο απο τα κοχύλια
μέσα στην ακτή που απουσιάζει.

Πέρασα την κουβέρτα
δύο με τρείς φορές γύρω
απο το σώμα
και ήταν σχεδόν ζωντανό το όνειρο
που το κύμα της σκέψης μου
μούσκεψε τα πρώτα τα σεντόνια.

Γύρισα ξανά στο πλαϊ
και μισάνοιξα τα μάτια
έχοντας την αλμύρα
της θάλασσας να στεγνώνει
απάνω μου και να κολλάει.

Και τα οστρακοειδή μαζεύτηκαν
ένα βουνό σχεδόν στην παραλία,
σχήματα μιας εποχής
γέμισαν την έκταση της
κούφια απολιθώματα.

Παίρνοντας ένα βαρύ στη χούφτα μου
έπεσα με τα γόνατα
μές την καυτή την άμμο
και απόστειλα την άβυσσο
απο το κέντρο της παλάμης μου.

Άνθρωποι κοχύλια
σχήματα ασχημάτιστα ακόμη
μές την ατέλεια
λαβύρινθοι βρίσκονται,
και στο άκουσμα τους
πάνω στ’αυτί
και δίπλα απο την μύτη
αναπτύσσονται γρίφοι.

Ίσως μές την παλάμη μου
να αφουγγραζόμουν τελικά
το πιο μεγάλο ψέμα.

Κατεβαίνοντας ώς την άλλη άκρη
είδαμε και οι δύο τα είδωλα μας
μές το βότσαλο και κάτω απ’τον ήλιο
πότισαν τα σώματα
ακτίνες.

Δύο οι ψαρόβαρκες, δύο και οι γλάροι
στην μέση της ακτής
η σβησμένη φωτιά
μπροστά το πέλαγος
ξ’άνοιγε με τις κυματιστές πτυχώσεις του
πολύ ρευστό το πέπλο,
ήταν λευκό, κατάλευκο το μέλλον.

Έτσι η φύση μας απάντησε
και εμείς «μικροί» μπροστά της
αγκαλιαστήκαμε με τα κορμιά
σπαθιά στο άγνωστο.

Ο φακός θάφτηκε μέσα στους
άπειρους κιτρινωπούς του κόκκους
και όταν λυτρωθήκαμε απο αυτόν
πήραμε κατά το μήκος της
ακτής το πιο ελαφρύ και σίγουρο βήμα.

Και όταν τα χνότα μας ενώθηκαν
γέμισαν στάμπες διάφανες το μαξιλάρι
και η ακτή έλαμψε
γιατί οι γλάροι αντάλλαξαν κραυγές
πετώντας ολόγυρα
σκορπίζοντας απάνω μας
πανέμορφα κοχύλια.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s