Ζήστε ! Ζήστε !

Ζήστε ! Ζήστε !

Τα σερνάμενα βήματα της ακούγονταν ολοένα και πιό κοντά, καθώς μας πλησίαζε. Τα παλιομοδίτικα τακούνια της ηχούσαν βαρειά, στ’αυτιά μου : τιιίκ τάαακ …
– Γειά σας ! Θα ήθελα έναν ελληνικό καφέ, διπλό μέτριο, σας παρακαλώ.
Η ταμίας γύρισε και ρώτησε την περίεργη κυρία :
– Θα καθίσετε στό μαγαζί ή θα τον πάρετε στό χέρι ;
– Θα καθίσω συγνώμην. Θα καθίσω λίγο εκεί …. και έδειξε με το σκελετωμένο δάκτυλό της, ένα απομακρυσμένο, μοναχικό τραπεζάκι, κάπου στο βάθος του μαγαζιού.
– Μη με παρεξηγήτε, δεν είμαι ψώνιο … απλά το μυαλό μου κολλάει πότε-πότε … δικαιολογήθηκε βιαστικά.
Λες και μάς μαγνήτισε η φωνή της, μαζευτήκαμε όλοι γύρω από την ταμία, για να μάθουμε τι συμβαίνει. Διακριτικά, κάναμε πως δουλεύαμε για να μήν παρεξηγηθεί η ξαφνική αυτή μάζωξη.

– Μου έχουν συμβεί τόσα, μα τόσα πολλά ! επανέλαβε η γριά κυρία κουρασμένα, σά νά ‘τρεχε για μέρες.
Ευγενικά η ταμίας, την κοίταξε στα μάτια με συμπάθεια, δείχνοντας της έτσι ότι μπορεί ελεύθερα ν’ακουμπήσει πάνω της. Αυτή πάλι άρχισε σιγά-σιγά να ξανοίγεται :
– Ο γυιός μου πέθανε σε τροχαίο ! Θέλετε μήπως να τον δείτε ; Θέλετε ;
– Μάλιστα κυρία …..
Βγάζει λοιπόν, μιά φωτογραφία απο την χιλιοχρησιμοποιημένη παμπάλαιη τσάντα της. Τώρα, την κοιτάμε όλοι σιωπηλοί, εμβρόντητοι μπροστά στήν τόση δυστυχία. Έδειχνε ένα καλοφτιαγμένο μελαχρινό νέο, γεροδεμένο, πού ‘δειχνε μάλλον διψασμένος γιά ζωή.
– Τον άντρα μου, τον χάσαμε κι αυτόν …. Τρείς μέρες μετά τό θάνατο τού γυιού μας. (βαριαστενάζει). Ιός κοξάκι, μάς είπε και η θλίψη της ήρθε να μάς εθίσει !
– Μά, τι μάς λέτε τώρα ;!
Σοκαρισμένοι, την κοιτάμε και περιμένουμε με αγωνία την επόμενη της λέξη.
– Το μόνο που μού’χει απομείνει, είναι το κοριτσάκι μου, να σάς την δείξω ; Αφήστε με να σάς την δείξω ….
Άλλη μια φωτογραφία, ξεπρόβαλε απο την σκοροφαγωμένη τσάντα. Όμως αυτή τη φορά μας έδειχνε κάποιον ζωντανό : έμοιαζε σάν την ελπίδα που πεθαίνει πάντοτε τελευταία !
– Είναι πανέμορφη ! ξέσπασε η ταμίας ενθουσιασμένη.
– Το ξέρω …. κι αυτός είναι ο λόγος που ακόμη, στέκομαι στα πόδια μου, γιατί αλλοιώς, τώρα θα είχα φύγει κι εγώ …..
Εμείς, μείναμε εκεί, να την κοιτάμε αποσβολωμένοι και μοιραίοι.

– Παιδιά μου ! φώναξε τώρα δυνατά και ένοιωσα τη φωνή της, να πατάει ένα κατασκονισμένο, κατασκουριασμένο πλήκτρο του μυαλού μου.
– Να κοιτάτε μόνο το τώρα ! Τη στιγμή ! Η Ζωή δεν μας έδωσε τίποτα σταθερό και δεδωμένο. Κάντε μόνο ό,τι αγαπάτε ….. Ξεχάστε όλες τις μικρότητες της καθημερινότητας, δεν υπάρχουν ! Ζήστε ! Ζήστε !

– Ευχαριστούμε πολύ, για τα λόγια σας κυρία και κάντε κουράγιο …. υπομονή !

Μάς άφησε μαλάκες και πήγε κι έκατσε στο τραπέζι της. Περίμενε τον καφέ σαν νά’τανε οποισδήποτε πελάτης. Ξέραμε οτι δεν θα την ξαναβλέπαμε ποτέ πιά. Είναι φορές που τα λόγια μένουν καί όχι ο άνθρωπος που τα ξεστόμισε. Άλλωστε η βόμβα είχε σκάσει πρό πολλού : η αποστολή εξετελέσθη ! Ένα τραίνο είχε περάσει απο πάνω μας και τώρα το μόνο που ενδιέφερε ήταν, οι όποιες ζημιές. Ούτε μια γρατζουνιά, σκεφτήκαμε όλοι μας, κοιτάζοντας το σώμα μας ανακουφισμένοι. Σέ λίγη ώρα, οι περισσότεροι ξαναβρήκαν το laissez-fair της δουλειάς τους. Το “εργοτάξιο” της μικρής μας καθημερινότητας ή καλύτερα, μηδαμινότητας, λειτουργούσε πάλι ρολόϊ, ανενόχλητο και ίσως-ίσως και ανυποψίαστο. Τα χαζόγελα και οι ανόητες κουβεντούλες, βγήκαν πάλι απ’τα χαζόκουτα τους και σάν σωστοί διακοσμητές, στόλισαν την τύρβη μας.
Η ταμίας μας, κούνησε μιά αριστερά και μιά δεξιά την άδεια της κεφάλα και πήρε μια τεθλιμμένη έκφραση του στύλ “αυτά έχει η ζωή” και συνέχισε να μετράει κενούς αριθμούς για καθυστερημένους μεγάλους …..
– Ένα ευρώ σεν ένα ευρώ ίσον δύο ευρώ !

Ένοιωθα απελπιστικά μόνη. Πιο μόνη δε γίνεται ! Ρέ παιδιά, σκέφτηκα, η κυρία έκανε τόσο δρόμο, ποιός ξέρει απο που, για να μας πεί κάτι ! Όχι για να μας πεί ότι, πέθανε η οικογένεια της, όχι αυτό ! Αλλά ότι πρέπει να φύγουμε από’δώ μέσα, μια ώρα αρχύτερα. Ο κόσμος εδώ είναι ψεύτικος. Εδώ μέσα, μυρίζει θάνατο, πεθαμενίλα και ανυπαρξία. Μά γιατί, δεν καταλαβαίνετε ;! Έκανε τόσο δρόμο, η καλή αυτή γυναίκα ! Τα μάγια της ανοησίας μας δεν πρόκειται να λυθούν ποτέ απο μόνα τους. Ίσως …. αν βάλουμε όλοι από ένα χεράκι …. ;!
Μάταια, οι εσωτερικές φωνές μου έσκουζαν : μα είσαι τελείως μαλάκας ! Ο καθένας πρέπει να το κάνει μόνος του, χωρίς βοήθεια και δίχως πατερίτσες.
Μάζεψα τα πράγματά μου, έβαλα το σακάκι μου και είπα :
– Γειά σας, πάω να κάνω αυτό που θέλω πραγματικά : Να ζήσω !
– Τι, τι έκανε λέει ;! Για που τό’βαλες ;! τσίριξε η ταμίας.
– Φεύγω, φεύγω απο τις μικρότητες της καθημερινότητας ! Η κυρία, μας το ‘πε καθαρά: ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ! Φεύγω ! ξαναείπα πεισματικά, πιστεύοντας ότι αυτή τη φορά θα με καταλάβει, μιά και τώρα το ‘ξερε ακόμα κι αυτή.
– Δεν έχεις να πας πουθενά ! Το μαγαζί το σκέφτηκες, μωρή τρελαμένη ; Τους πελάτες μας ; Επιτέλους πάψε να κάνεις σα μικρό παιδί !
– Μα, όλα αυτά δεν υπάρχουν.
– Σε παρακαλώ κορίτσι μου, γύρνα πίσω στή δουλειά σου καί άσε τα χαζά ….

Ξανάβαλα τα πράγματά μου στο παλιό στοιχειωμένο τους σημείο και εγκαταλείφθηκα ξανά στα μαύρα κύματα δουλειάς σάν σε ρέμα μετά από μπόρα, αδειασμένη πια απο κάθε ενέργεια.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s