ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ ΜΑΣ

ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ ΜΑΣ

ΝΑΝΣΥ ΑΥΓΕΡΗ
ΑΙΓΙΝΑ-2010

Καλοκαιρινά απο λινά και πουκαμίσες στράς.
«Το νησί δεν γέμισε σαν πρώτα» είπαν!
Ένας χρόνος πέρασε και στάμπαραν τα μάτια ολονών.
Αισθανόμενη την λύπη στο πετσί μου,
νιώθω κόπωση που στέρεψαν οι σκέψεις μου.
Είναι νωρίς να πώ το οτιδήποτε.

Μίλησαν και τα ποτά και δεν είπαν τίποτα.
Στο αυτί και παραμάσχαλα μύρισε
η ηδονή -που ‘ρθε απρόσμενα
ενα ξημέρωμα στο κρεβάτι μου..

Σε εκείνο το μυστικό δωμάτιο
όπου δεν πρόλαβα ποτέ να ξαποστάσω,
γιατί με κυνηγούσαν τα τρεξίματα κι οι έγνοιες
και εγώ δεν έκατσα,
ενώ ήθελα απο την άλλη
πολύ να κάτσω!

………………………………….

Ποιός μυστήριος άνθρωπος
θα δώσει σχήμα στην μορφή μου
και δεν θα φοβηθεί τον ίσκιο μου;

Στο μυστικό παράθυρο
της φλεγόμενης σκιάς
ούτε που εμφανίστηκα,
ούτε και που έκατσα
ενώ ήθελα,
δεν ήταν και οτι δεν ήθελα.

Σε σκέπασα φούμαρα,
ψέματα και δολοπλοκώντας
τις κινήσεις σου,
σ’ έπλασα τελικά σε ένα ανήμπορο
καθώς αγκομαχούσες ακόμη να μπείς
και δεν μπήκες, ενώ ήθελες!
Αλλά προτίμησες να σταθείς
έξω απο το υγρό νησί της φύσης μου,
υγρός και εσύ,
μουσκίδι μόνο και μόνο απο την σκέψη σου.

Και η ιστορία δεν τελείωσε έτσι ή κάπως έτσι συνεχίζεται σε μια φθηνή πανσιόν διεστραμένη και έκφυλη…

………………………………………………..

Δέντρα και κλωνάρια μπαμπού
απλώνονται με περίσσεια χάρη
μπρός απ’την ακτή της βίλας μου,
ξαπλωμένη στην αιώρα
αλλά MEXICO,
δεν είναι καθόλου άσχημα,
σκέφτομαι,
να διώχνεις τις μύγες
στον ελεύθερο σου χρόνο.

…………………………………………………………………

Απαγορεύεται το κάπνισμα
εν ώρα εργασίας
και εν ώρα συνουσίας.

Σημασία έχει μόνο να αγαπάς!

Σημαία το σχήμα
στο ριμαγμένο προσωπείο σου,
φαίνεται να ‘χεις πονέσει πολύ
και να ‘χεις τσαλακωθεί
ξανά και ξανά,
στους συμβιβασμούς
μέσα να έπεσες
και αχαλίνωτος
κρεμάστηκες δίχως ανάσα
απο μακροβούτια που ‘κανες,
που έλαμψε το πρόσωπο σου
ακτίνες.

Κάτω απο την μπουκαμβίλια
αυτοκτόνησες στην μεσημερινή άπνοια
της άδολης αλλά μακάβριας περιουσίας σου.

………………………………………………….

Θέλω να με εμπνέεις,
να γράφω ποίηματα,
να σου φτιάχνω μακαρόνια
και να σου προσφέρω
τσάϊ παγωμένο,
θέλω να σε κερνάω bellini
απο σταφύλι,
να σε ταϊζω μάνγκο
και μπανάνα,
στα χείλη σου να κρέμομαι
και να δαγκώνομαι
μές την χαρά.

Αλλά που τέτοια τύχη..

…………………………………………………….

Στρέψτο πάνω σου,
πάνω σου γύρνα τον φακό,
είναι σαν να παίρνεις φόρα
και να γκρεμοτσακίζεσαι
στην ίδια σου την μούρη.
Ότι βαθυστόχαστο κι αν σκεφτώ
κάνει τέρμα εδώ,
σε εμένα.

Μισοκούνησες την λάμπα
και κάτι έγινε, κάτι έτρεξε;
Σιγά μην και πρόλαβες να δείς.

Κάποιοι έχουν δεί λένε
και σιγά μην τους πιστέψω και εγώ τώρα.

Κάτω απ’τον ήλιο είμαι εγώ,
κάτω απο το γιοπύρι είμαιεγώ
και απο το κατώγι
πάλι εγώ είμαι,
απο παντού και μέσα σε όλα
βρίσκομαι εγώ.

Εσύ δεν είσαι κάτω,
πάνω και μεσα σε όλα;

Χά…. σας την έφερα!

Εγώ παύω να είμαι εγώ,
μόλις έρχεσαι εσύ.

Και ‘σύ παύεις να είσαι εσύ,
μόλις έρχομαι εγώ.

Και εμείς παύουμε να είμαστε εμείς
όταν προσέλθετε
εσείς..

Χαααα!

Και όλο αυτό φυσικά, μέσα σ’ ενα μίξερ.

………………………………………………………….

Ήθελες στο νησί να βρείς την φάση σου,
παλιοκαομποϊ.
Και να βγάζεις φράγκα για να τρώς.
Να περπατάς ξυπόλυτος
και να χορεύεις στις πλάζ.

……………………………………………………….

Μόλις ξεσκέπασα το πρόσωπο μου
απο σεντόνια
και όνειρα.

Διπλώθηκα σαν έμβρυο και βαριγκομαχούσα.

Είναι το ξημέρωμα,
αδιάφορο ποιας μέρας,
όλες ίδιες είναι.

Στη βαγία πήγαμε
στο CRYSTAL μέθυσα
και στα περδικιώτικα
συζήτησα ώς το τέλος.

Είδα το λιμάνι σε όλες
του τις ώρες,
σε όλες του
τις εποχές,
τις μαύρες και τις κάτ’ασπρες,
πέρσι ήταν καλύτερα
απο φέτος, διαπίστωσα.

Και έμεινα ξαπλωμένη εκεί,
αγκομαχόντας,
τις αναμνήσεις
με τα θέλω να ροχγούν
πάνω σε τεράστιους βράχους.

Τι νόημα θα βγάλω;
Που θα με ξεβράσει το κύμα;
Σε ποιο νησί θα ναυαγήσω;
Και ποιο κοχύλι
θα μου ανοίξει τα μάτια;
Τα μάτια τα θολά
τα ξεβαμμένα,
τα κουρασμένα,
να γελούν
με το τίποτα.

…………………………………………….

Ρεπό σήμερις!
Ρεπό και φασίνα και μπουγάδα
και κούρα και τα πόδια ψηλά
(τα καημένα)
τι να φταίνε και αυτά;
Ρεπό και τι να πρωτοκάνω,
να βάλω τάξη
να βάλω την γάτα
να φωνάξει;
Ρεπό και θέλω να ερωτευτώ,
στο νησί
να απομονοθώ,
να πάμε στα απόμερα,
στα πολύ ωραία,
να με φυσήξει ο άνεμος
σε ένα αμάξι που να τρέχει
με γκάζια!

Ρεπό, λέω καλύτερα να λιώσω
με το φίλο Γιώργο
ώς το πρωϊ,
να μην μπορέσουμε να
ξανασηκωθούμε έπειτα
απο το λιώωωσιμο.

Ρεπό, πάμ-πάμ…τσούκ-τσάκ, ένα ρεπό ολόκληρο!

………………………………………………………

Τα πράγματα στο μεσαγρό
μακαρίζουν τις σκέψεις,
καρδιοχτυπούν σαν ανεμώνες
τις σκάλες της ζωής,
της υπόκωφης.

Μιλάμε για πόνο
όχι αστεία.

Ένας κρουστοπαλμικός συνειρμός
σκάει στο παρελθόν μου
με σύννεφα κουλουριασμένα
έτοιμα να σκάσουν
απο νερό και άλλο νερό.

Υδάτινες εσοχές του νού
αγκαλιαστείτε.

Ήρθες εδώ αγάπη μου
που ξεκινάς απο το Ζήτα
και ήσουν ζεστός
σαν μέλι.

Έσταξες;
Αν στάζεις λέει;

Ήρθες δοτικός, ελεύθερος, αέρας,
σε ένιωσα ώς το κόκαλο.
Με γέμισες σπέρμα.

Στην άτιμη πτώχευση
μεγαλώνουν οι μάσκες,
μικραίνουν τα μάτια
και μετά οι χελώνες
πεινάνε
και κρυώνουν οι λίμνες.

Θέλω να σε αποστείλω πακέτο
ανόητε μισαλλόδοξε,
έστρωσες για σένα φαταούλα άνθρωπε;

Εδώ στους μεσαγρούς
υπάρχουν ακόμα οι λωτοί
οι φοίνικες και οι πεταλούδες!

………………………………………..

Το μαλλί σου πιάστηκε στα σίδερα.
Πύρωσε και κάηκε.
Όλο το κεφάλι στάθηκε ανάποδα στο νόμο
Εκστατικό!

Μην μου μιλάς
Μην μ’ακουμπάς
Μην με φιλάς άνοστα.

…………………………………………………..

Ροκι,ροκι ροκιιιι………………….
Μουσικά διαλείματα ηρεμίας… Τούμ…πάμ!
ΤΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣ!!!!

Τι να αφορά εμένα και εσάς ταυτόχρονα;

Ποιές ψυχές διψούν να πιούν λέξεις
που σχηματίζουν βεντάλιες;
Ποιός ψοφάει για λίγη αισθητική;

Ρόκι, ροκι και πιν πιν πιν παν πιν πινννννν.
Καπνός και ζεστό τσάι να σπάσει τα μάγεια
και μουσική και μουσική…

Το θέλω κόβεται σαν ομφάλιος λώρος,
σε δυναμώνει σ’ άλλη σφαίρα και το συναίσθημα
κάνει σαν κακομαθημένο παιδί,
παραμελημένο ή ξένο.
Το θέλω μπαίνει σ’ένα πολυτελές
διαμέρισμα, εσύ μετακομίζεις
για τα ξένα και τα άγνωστα..

Άν έμαθες για το ψέμα, πώς μπορείς
και κολυμπάς ακόμα;
Μες τις φωτιές λικνίζονται πλάι πλάι
τα φιδίσια κορμιά τους, κοίτας ψηλά και κολυμπάς
σε ύπτια στάση, ανίκανη..

Πόσο μεγάλωσαν τα καλαμπόκια στις καλαμιές;
Ένα αγόρι τρώει καλαμπόκι και τα δόντια
του μαυρίζουν.
Εσύ σπαρταράς τώρα στη στεριά
που στέγνωσε και δεν θυμάσαι το παραμικρό.

Φοβάμαι λές και μισοκλείνεις τα μάτια
και τα δάκρυα τρέχουν σαν νερό
και στα αυτιά σου γρατζουνάει την κιθάρα
ο μυθικός ορφέας
και είναι ο θάνατος η γλύκα που σε διαπερνάει.

…………………………………………………………………

-Το πήρες μάνα;
-Το πήρα εδώ το έχω, αλλά είναι βαρύ. Πάμε;
-Ναι!

Και φύγαμε μια νύχτα, στο νησί έβλεπες μόνο τα κλειστά μαγαζάκια του…
Περπατούσα και σκεφτόμουν το σημερινό όνειρο. Να σκοτώνω την μάνα μου με μια φτερωτή μύγα, την οποία σκότωνα αργά αργά γιατί έπρεπε λέει και είχε έρθει η ώρα, και εκείνη πεσμένη πάνω μου σα παιδί να παραδίνεται στην αποτρόπαιη πράξη μου. Τους λυγμούς μου στο όνειρο τους εξέλαβα σαν κάτι καλό.
Καιρό είχα να δώ τέτοιο όνειρο!
Μου είπε η μάνα μου κάτι και εγώ δεν την άκουσα, είμασταν μαζί αλλά εγώ βλέπεις ήμουν κάπου αλλού.

-Έλα;
-Τίποτα, είπα θές να πάμε σινεμά;
-Και αυτό; Δείχνοντας το βαρύ στα χέρια της.
-Δεν νομίζω να μην μας αφήσουν να το έχουμε σε μια γωνιά στο σινεμά;
-Και δεν πάμε….. σάμπως παίζει και τίποτα άλλο να κάνεις στο (κωλό)..νησο;
Έξω απο το σινεμά δεν είχε ρεύμα πουθενά. Όλα ήταν νεκρά. Ολο το τετράγωνο και εξω απο το κινηματογράφο έπεφτε βαρύ σκοτάδι, αλλά είχε τόσο κόσμο έξω απο το σινεμά που πάθαμε σόκ. Χεμωνάτικο στο νησί με τέτοια ερημια ήταν κοματάκι αξιοπερίεργο.
Μια κυριούλα που ήταν δικό της το σινεμά, μας πλησιάσε και μας είπε:
-Είναι κρίμα με τόσο κόσμο να μην προβληθεί η ταινία. Άν μαζευτούνε και άλλοι να φτιάξουμε ίσως το πρόβλημα και να γίνει κανονικά η προβολή.
-Ναι είπαμε εμείς απορρημένοι, ξαφνιασμένοι στη μαυρίλα μας, ακούγοντας την οχλαγωγεία του κόσμου γύρω μας ολοένα να δυναμώνει και να δυναμώνει κατά παράδοξο τρόπο!

…………………………………………………….

Προσφέροντας η γυναίκα
μηχανικά
τις «δουλείες» της
στην αυλή,
σε επίπεδο ποσοτικό κι άκαρπο
με παράμετρο το άσχημο τάληρο,
βλέποντας τον κόσμο με τα μάτια του τόξου,
με διάθεση κακίας και πίκρας,
ήρθε απροειδοποίητα ο ερμής
απο την πόρτα,
φτερωτός!

Το σχήμα ήτανε κοντό και σκυθρωπό.

Μια αληθινή ξωτική μορφή
άπλωσε τα χέρια της
με γεναιοδωρία
πρός την βασανισμένη γυναίκα,
που ‘χε μάθει να διαβάζει
τα γράμματα καλά.

Το μήνυμα,
ξανοίχθηκε αυτόματα μπροστά της
τυποποιημένο και κακοποιημένο
σε χαρτί:

«QUI PENSE PEU SE TROMPE BEAUCOYP»

Τότε επέστρεψε πίσω
στην αυλή,
έχοντας κερδίσει
πίσω την καρδιά
και την ψυχή της..

στόν Leonard de Vinci.

………………………………………………………..

Άν μιλούσαμε για σύμπτωση θα γινόμασταν πάλι παιδιά. Εξω παραφυσάει ο άνεμος και θα ήταν κρίμα να εκλάβουμε το σήμα ως ένα βολικό μέσο εκλογίκευσης των πραγμάτων που μας συμβαίνουν και θα μας συμβαίνουν, ώς που εκεί, όπου δεν υπάρχει τέλος. Το «τέλος» το βάζω εγώ τώρα, αξιολογώντας, θεωρώντας τον εαυτό μου ενεργό, ενηλικιωμένο, μεστό. Το τέλος έρχεται για να φωνάξει ή να ανακράξει: Ναι ΣΤΟ ΣΗΜΑ!! Τέλος, ΝΑΙ και έπεται η αρχή του τέλους, όπως και σε κάθε άλλο τέλος που συνάντησα στη ζωή μου. Αναστενάζω με το βάρος της ευθύνης να διαβάζω τη ζωή και να την γράφω μετέπειτα σ’ένα στεγνό χαρτί/προσπαθώντας πάντοτε να υπηρετήσω κάποιο Ανώτατο Σκοπό. Με δέος λοιπόν εκεί που η ιδια μου η ελπίδα σπαράχθηκε, χτυπήθηκε, απαλλοτριώθηκε και κάηκε στη πυρά σαν την άμοιρη την Ζάν Ντ’Αρκ και έσβησε με μαύρους κόκκους την πνοή της. Έτσι και η ελπίδα μου για φώς, μια ημέρα κρίθηκε απο το σύμπαν και καταστράφηκε ολοσκερώς. Μά την πίστη μου για λίγο καιρό δεν είχα πίστη! Και ενώ πόναγαν τα πόδια μου απο παράδοξη ίσως και μάταιη κατεύθυνση χωρίς ειρμό ή σκέψη, αγκαλιάζοντας τον αγώνα της ύπαρξης μου, χωρίς ελπίδα, νά που τώρα αυτή εμφανίστηκε, πειστικά στο φώς και οι πύλες ανοίξανε και εξακολουθούν τα πόδια να πονάνε / αλλά με την διαφορά της δύναμης της πίστης μου, όπου ορθώθηκε ξανά εκεί ψηλά. Να ξέρεις κάποτε πίστεψα βαθειά, χωρίς το παραμικρό δισταγμό ένιωσα καλά στα πόδια μου. Είναι ή δεν είναι σήμα, είναι δεν είναι η ζωή όπου μιλάει, είναι δεν είναι το φώς, ο Θεός ή και ο Βούδας; Ο άνθρωπος όπου ένιωσε μέσα του την πίστη, έχοντας βοήθεια την θέληση του και σε συνάρτηση, μαζί αυτά τα δύο, κάνουνε θαύματα και έργα προπαντώς. Και ας μην είναι, εσύ τι επιλέγεις, να είσαι στο άγνωστο; Ένας αδρανής καχύποπτος τσιγκούνης; Ή ένας γίγαντας που στήνει με τα ίδια του τα χέρια τη σκηνή και ανεβαίνει πάνω λέγοντας με την ουσία του:
«Ναι, είμαι μέσα στο άγνωστο, αλλά εγώ δεν θέλω να πάρω μέρος.
Ναί είμαι μέσα στο άγνωστο αλλά θέλω να φαίνομαι,
να φαίνομαι και να υπάρχω, έξω απο το πέπλο της άγνοιας!!!»

…………………………………………………..

Ο Όσκαρ, ο Πόλ και ο Ντεϊβιντ, η Δήμητρα, η Άννα και ο Χάνς, ο Σωτήρης, η Ράνια,
ο Οδυσσέας και η Μελίνα, ο Σπύρος, η Χρηστίνα, η Τζένη, ο μάγειρας!
Η Ελένη και η Κλαούντια Μαρίνα, ο Χρίστος σέφ, ο Χρίστος Βαρτάν, η Κατερίνα, η
Λού, ο Γιώργος ο Πέτρος και η Βιολέτα. Ο Στέλιος, η Ρία και ο Στέλιος της, ο
Κολάτος με την Δήμητρα.
Ο Σταύρος, η Άλβα, η Αννίλα, ο Μίμης, ο Τσίχλας, η Μαρίκα. Ο Καννελάς.
Ο Παναγιώτης, πύρκαυλος, ο μέτρ, ο ζέν του μαγαζιού.
Ο Βασιλάκης και η μάνα και ο αδερφός του.

Ο Γιώργος ο μπουσουλίνος, το γειτονάκι.

Ο Παντελής και ο Βλάχος.
Ο Στέλιος ο ντιτζέϊ, η σαλάτα, ο Τόνις Σφήνος.
Ο Ζάμα και ο πατέρας του και ο Μικέλε.
Ο Αναστάσης με το γράμμα του.
Ο Λάμπρος, η Στέλλα, ο στρατηγός, ο Χρήστος με τα γουρλωμένα μάτια.
Ο Καομπόϊς.
Ο Σπυράκος, η Γιολέν!
Ο Αντρέας ο ηχολήπτης.
Η Άννουλά και το ανέκδοτο.
Το Σκέυος.
Ο Δημήτρης ο καθηγητής και ο Ιάσωνας ο τραπεζίτης.
Η Ζιζέλ και ο Ζίγκυ, ο Κόνγκο. Η Κίκα τουπέ και ο Πάκο αλήτης.

Και εγώ, εγώ, εγώ η σκύλα του Βαρτάν, για που τραβάω;

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s