ΣΤΕΓΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ μέρος α και μέρος β

“Stegna διηγήματα”

Νάνσυ Αυγέρη
Βερολίνο 2011

Ιστορία πρώτη:

Ξεκίνησα να διηγούμε την ιστορία μας. Κανείς δεν με πίστεψε. Κανένας δεν μας ακολούθησε. Στην πάροδο του χρόνου ξέχασα και τι ήθελα να δώσω πίσω απο τις μάσκες και τις περσόνες της άθλιας μούρης μας. Ποιές να ήταν οι μέγιστες αξίες που με έβαλαν σ’αυτή την μοναδική τροχιά; Ξέχασα. Δεν θυμάμαι. Προσπαθώ να βάλω τον εαυτό μου κάτω απο το φακό της σύνοψης…της σοφίας, της γνώσης. Κούραση συσσωρεύεται στα μώβ μπλαζέ χείλια μου που καπνίζουν με μανία την φθορά της ύλης και της απόλαυσης που σου προσδίδει η απλιστία της ηδονής. Ξεκίνησα θυμάμαι, να πώ την ιστορία μου σε κάποιον, νόμιζα με κότσια. Τα ίδια κότσια που με καθήλωσαν μια μέρα να ακούσω και εγώ την ιστορία ενός άλλου. Τι άλλο μένει πέρα απο αυτό το πάρε δώσε.
Εσείς αρπακτικά τι προσμένετε; Τι ελπίζετε; Που είναι η τιμή σας και το βλέμμα σας που εστιάζει, τι κυνηγάτε;
Εκπαιδεύτηκα στην ζωή μου να μάχομαι και να υπομένω στις ανηφόρες με μοναδικό καπέλο, τον εγκέφαλο μου, αυτό που κατοικεί εντός μας και δεν κρύβεται, δεν φυγοπονά, δεν συμβιβάζεται. Να τι σημαίνει για μενα εγκέφαλος.
Αν αυτός δεν κατοικεί εδώ, τότε εγώ δεν εχω λόγο να μένω και να προσμένω δίχως αυτόν. Πάντα το θεϊκό και το ανώτερο θα με φροντίζει, θα με χαλιναγωγεί, θα με παιδεύει. Η πίστη μου. Και δεν θυμάμαι. Τι να πίστευα τόσο καιρό και για ποιο λόγο να μου διαφεύγει τώρα που ζήτησα και εγώ να πώ την ιστορία μου.
Βρίσκομαι μέσα σε ενα πύργο, σχεδόν πρηγκίπησα, λόγω γονιδίων πιθανόν -διότι μόνο πρηγκίπησα δεν είμαι ή για να τα λέμε πιο σωστά, έχω μεγάλο σταυρό επιβίωσης. Και έχω… μια καρδιά χρυσάφι ή τέλος πάντων δύο μάτια που λάμπουν. Κι η φωνή γίνεται ανθρώπινη σιγά σιγά λές και κατάπια μέλι. Κι είμαι μέσα στον πύργο μιας άλλης χώρας απο την δική μου (και…)είμαι εδώ γιατί πιστεύω σε κάτι που τώρα δεν θυμάμαι.
Και όχι μόνο αυτό, έχω δώσει αρκετό αίμα και ο εγκέφαλος όταν πάει με τα καλά του…..δουλεύει ο άτιμος με χίλια!

Αλλά όλο αυτό χρόνια καπνίστρια και οπαδός “χρήστης” ήπιας μορφής, απο την άλλη ξέρω και αναγνωρίζω την κατάχρηση, κάτι που μου λέει οτι ίσως και να μην υπάρχει στόχος. Να είναι η διαδικασία της μαλακίας, της ανικανοποίητης μαλακίας και όμως εκείνης της μαλακίας που εθίζεσαι χρόνο με το χρόνο. Τι να πίστευα όταν έφυγα απο την χώρα μου δίχως σανίδα; Την κούραση; Η ζωή μου είναι ένα πείραμα. Τα ερεθίσματα μου είναι ένα όνειρο. Και εγώ είμαι μια με σπασμένα πόδια σερνάμενα απο την ορθοστασία. Ψάχνω απο εδώ ψάχνω απο εκεί και τελικά δεν βρίσκω κάτι. Ωραία και τα ερεθίσματα και τα ταρακουνήματα και τα πάντα όλα χρήσιμα είναι. Ωραία κι η εξυπνάδα. Ωραίο και το χιούμουρ. Ωραία και τα κότσια. Βάλτε με τώρα σε ένα ίδρυμα γιατί τα κανα σκατά. Και μάλλον τα πόδια μου θέλουν αλλαγή.

Ιστορία δεύτερη;

Καλά το κατάλαβα….χμ! Σωστός! Αμ μπράβο μας. Ζήτω η Ελλάς. Ζήτω και το σουβλάκι μας. Μα τι λέω; Η πολύ δουλειά στο κουτούκι του Βερολίνου με πειράζει φαίνεται. Ίσως και να διασκεδάζω τούτη την παρακμή βέβαια. Ίσως…ίσως μια τρέλα να είναι όλα. Έτσι κι αλλιώς.
Σήμερα ένα παληκαράκι στο κουτούκι με ρώτησε δίπλα στην δικιά του:
«-Αυτό το άγαλμα…τι είναι;
«-Η θεά Αφροδίτη του λέω εγώ και έσκασα στα γέλια μόνη μου πηγαίνοντας να του φέρω το τζατζίκι και την bοunsalatα του, τι είναι αυτή η σαλάτα, ποτέ μου δεν κατάλαβα.
Μετά στοχασμός. Πω πω αμάν αμάν! Τι τρέχει με μένα και τους τουρίστες. Έλα δουλειά είναι και θα περάσει. Κάτι πάντοτε θα πουλάς όσο θέλεις να αγοράζεις. Και εγώ το πρωϊ αγόρασα απο το bio της γειτονιάς όλα τα καλά και τα υγεινά. Ελπίζω βλέπεις στο καλύτερο ! 27 ευρώ έδωσα. Πήρα κιόλα της προάλες μια βιολογική φούστα 150 ευρώ. Και παλεύω η κακομοίρα για το τίποτα. Αχ αμάν αμάν. Ούφ και άχ.
Ο σουμάν ο Κούρδο-Τούρκος όλα και κλέβει ματιές. Όλοι με αγαπάνε. Και ο Γιούγκο και ο Μεμέ και ο Λάνς, ο εφημεριδάς, ο Κουρουκλίδης και ο πετσετάς, μέχρι και ο πετσετάς. Τίποτα συγκινητικό βεβαίως. Μα είμαι λές και πέταξες χρυσό μέσα σε βούρκο. Αλλά όχι οτι θέλω να το παινευτώ. Αλλά είναι σουρεάλ η κατάσταση μου.
4 βδομάδες διακοπές. Πολύ θέλω ζωή να μου στείλεις μια υπέροχη ξεκούραση. Γεμάτη νόημα και ουσία. Ευχαριστώ την ζωή-Αγ.Βασίλη εκ των πρωτέρον μήπως τυχόν και το ξεχάσω αργότερα και πάει χαμένο.
Το τέλος είναι κοντά… το τέλος το τέλος το τέλος, ίσως!

Ιστορία Τρίτη:

Μια αποπροσανατολισμένη που όλοι έχουν κάτι να της πούν..
Ποιός ο λόγος να παλεύεις την ζωή εάν δεν έχεις αξία. Όχι πολεμώ γιατί έχω ουσία μέσα μου και δεν χρειάζεται να το πολυδιαλαλείς και δεν χρειάζεται αρκεί, εσύ να είσαι…αυτός με την αξία. Εσύ με αξία. Το καταλαβαίνεις; Περήφανη δεν είμαι. Νιώθω μιση εδώ μισή εκεί σαν το φτερό στον άνεμο, τίποτα δεν εδραιώνεται. Ο έρωτας. Ο έρωτας….που είσαι έρωτα σε ερωτώ βαθειά. Πώς γίνεται εγώ να μην αγαπώ. Και τι άλλο έμεινε μετά απο αυτό. Κανά σπίτι κανά αμάξι κανας γκόμενος κανας καναπές και κανάς ύπνος. ΚΑΛΙΕΡΓΕΙΑ!!!! Είσαι φυτό με άνθη, πότισε τα ρημάδια σου τα φύλλα, εφόσον ξέρεις τον τρόπο. Και ο χρόνος.. Ο χρόνος φεύγει και εγώ ξωπίσω. Τίποτα δεν γίνεται. Τίποτα δεν χτίζεται. Ήθελα πολλά, να βρώ τον σύμμαχο έρωτα και να που τώρα τίποτα. Και είμαι γυναίκα, γυναίκααα. Φωνάζω είμαι γυναίκα με αισθήσεις και αισθήματα και μαραίνομαι…………………………….Τι θέλω; Τι θέλω; Θέλω σύμμαχο. Αυτό θέλω και θέλω και το ενοίκιο μου και την τέχνη μου και την τρέλα μου και το κέφι μου και το χαϊλίκη μου και τα ποτά μου και τα παιδιά μου και την καριέρα…όχι εκεί παραδίνομαι. Δεν θέλω καριέρα. Και λεφτά; Πώς έτσι θα κουράζεσαι; Ώς πότε; Περιμένεις τον πρίγκηπα ρομαν να σε σώσει. Μην γελιέσαι…..Δεν ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΝΕΙΣ για να σε σώσει. Οπότε να χτίσω κάτι για το μέλλον ή για το παρόν και το πότισμα πότε θα γίνει και οι οργασμοί πότε θα έρθουν; Αν ήταν κουκιά η ζωή μας θα την μετρούσαμε. Και αυτό μου το είπε ένας που ο ίδιος μετράει κουκιά όλη μέραα, ίσως και όχι.

Διάλεξε. Δυνατά και βρές λύση. Το ένα είναι όνειρο και το άλλο πραγματικότητα. Βρές την ένωση που μόνο εσύ ξέρεις. Είσαι ψηλά και χαμηλά, ταυτόχρονα αγγίζεις τα δύο άκρα. Δεν ξέρω τι θέλω. Θέλω να νιώσω και να μοιράζομαι τα χνότα μου. Θέλω ένα στήριγμα γαμημένο. Ποπο ντρέπομαι που το θέλω, αλλά να το θέλω πολύ. Είμαι σε κρίση. Σίγουρα σε κρίση. Και εγώ μου βάζω πιο δύσκολα. Είμαι και υπερβολική.
Πολύ τραγικά τα αναλύω όλα και πολύ σοβαρά την παίρνω την ζωούλα μου. Μήπως να χαλαρώσω. Αλλά θέλω διασκέδαση. Και έρωτα ρε παιδιά. Έρωτα τι άλλο; Τι άλλο απο ζωή και νερό και φώς και κανάς ύπνος…..

Τέταρτη ιστορία:

Τίποτα, αύριο ξεκινάς δουλειάαααά. Και όχι εργασιομαλακία. Αλλά να κάνεις δύο πράματα με ουσία. Πάει και το ποδηλατάκι μου, το άμοιρο. Οι βόλτες πάνε. Θα την βρώ την λύση. Θα την βρώ να πάρει ο διάολος. Ζωή είναι και θα την παλέψω. Αυτό το πληκτρολόγιο πάντα μου έσπαγε τα νεύρα. Γαμώτο μου. Αλλού πατάς και αλλού βρίσκεσαι. Είμαι σε πανικό. Όχι μια χαρά είμαι. Είμαι σε μικροπανικό. Σε μεγαλοπανικό. Χμ…που είμαι; Είμαι κάπου που λές οτι θα βρέξει. Λές οτι θα βρέξει δάκρυα. Τα μαλλιά μου μακρύνανε κι άλλο. Που θα φτάσουν επιτέλους; Θέλω να τα μακρύνω ή δεν θέλω, θέλω καρέ ή μακρύ μαλλί, να είναι μαύρα ή καστανά; Πώς να είναι τα μαλλιά μου;;;;;;;;;

Ιστορία Πέμπτη
Μετά απο τόσες μέρες ελεύθερες νιώθω απογοήτευση και πίκρα, σαν να έζησα όλο αυτό τον κόπο χωρίς σκοπό. Ποιό είναι το κέρδος μου;

Ιστορία έκτη;
Τα μεγαλοεπίβολα σχέδια θέλουν και μεγαλοεπίβολα αρχίδια. Ούφ το είπα και ξεθύμανα μάνα μου. Αυτή η μάνα μου εδώ στην Γερμανία πολύ την τριβελίζω και αυτή το παίζει άνετη αλλά ξέρω καλά τον γολγοθά της μακριά μου. Είναι κι εκείνη σαν κι εμένα ή εγώ είμαι σαν και τούτη, ήρωας παραμυθιού με όνειρα σπουδαία. Αλλά να που τα όνειρα είναι μύθος -απο αρχαιοτάτων χρόνων, όχι τώρα μόνο δηλαδή. Και η ζωή η σούπερ και η άνετη με τέχνες και έργα χαρίζεται σε άλλους κι όχι σε εμάς, τους ήρωες του ντόναλντ ντάκ. Γιατί με ρίχνεις ρε εαυτέ τόσο, τι σου έκανα, όχι πές μου, δεν σε πήγα ταξιδάκι, δεν σε πήγα στο kreuzberg, δεν σε έβαλα στα μουσεία, δεν έκανες ποδήλατο στην alexanderplatz; Γιατί λοιπόν με βαράς τώρα εσύ, δεν κατάλαβα τι άλλο ήθελες βρέ; Και έρωτα έκανες στα χιόνια και στο ποτάμι ήπιες και έφαγες, αχάριστε εαυτέ της συμφοράς. Επειδή δουλεύεις τόσο; Μα πώς αλλιώς θα σε έφερνα εδώ κουτούτσικο, δεν ήξερες οτι δεν είχαμε μία και την γλώσσα δεν σκαμπάζεις και μόνο mochte triken etwas και το ich liebe dich έμαθες, ντροπή σου. Και ούτε ένα χρόνο δεν έκατσες και τα έφτυσες μαλακάκο μου γιατί τώρα σου ήρθε και εσένα να παντρευτείς και να πλέξεις και να βάλεις τα πόδια ψηλά και να μιλάς στις φίλες σου για την alexanderplatz. Αίσχος. Μα και αυτοί οι γερμανοί, δυσκολοχώνευτοι…πόπο πο πο και αυτή η ανεργία και αυτός ο χαζός λαός και τα χαζομαλακιστήρια γερμανάκια παιδάκια, πάπαπα παπά, αμάν αμάν και οι τούρκοι απο την άλλη με έχουν κάνει έξαλλη. Και δεν παιρνάς καλά καθόλου καλά και βαριέσαι να σκεφτείς μια λύση γιατί τώρα σκέφτεσαι την Ελλαδίτσα σου την γλυκειά και που και εκεί σε περιμένει ποποπό μια ανηφόρα, τα έπαιξα. Λύγισα η κακομοίρα μου. Λεφτά πρώτα. Δέκα δέκα πέντε πέντε πέντε δεκαπέντε πώς πάει το τραγούδι, έτσι και τα ευρώ. Και ουρανό δεν βλέπω. Μα που είναι ο ουρανός, αλλιώς σε φανταζόμουν βερολινάκι και όχι να είμαι μονάχη με τίποτα μονάχη. Είμαι παλιοχαρακτήρας. Αυτό είμαι.

Ιστορία έβδομην:
(κάτσε να στριψω τσιγάρο…..)
Μάλιστα. Η ώρα είναι περασμένη. Τελευταία η ώρα είναι περασμένη και λέω να μην σκάσω και γι’αυτό. Σου βγήκε ο κούκος απο μέσα σου; Άς τον να λαλήσει λοιπόν, λέγω στον εαυτό μου…Όχι άλλη καταπίεση, η Γερμανία είναι ήδη καταπιεστική. Ο δικός μου που λείπει σε γύρισμα με την κατρίν ντενέβ, άλλη μία καταπίεση, το κουτούκι – επάγγελμα μου- επίσης…τα λεφτά μου που ναι τσίμα τσίμα και το μεγαλύτερο: ΜΗΔΕΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ούτε απο κοντά κι ούτε διά μέσου τηλεφώνου, ποιός εγώ, ο πλέον επικοινωνιακός τύπος. Άς έχει…όλα πειράματα είναι στην ζωή ή μπορεί και να τρελάθηκα στο μαζοχισμό, τι να πώ; Γιά καριολάϊν και τέτοια. Προσπαθώ όμως η κακομοίρα, να το αναγνωρίσω αυτό, ναί προσπαθώ να αδράξω την μέρα μου και το βράδυ έχω αυπνίες, λογικό κι αυτό. Κάνω μπαλέτα στον εαυτό μου σαν την τρελή, κάνω μασάζ έπειτα γιατί πονάω, δουλέυω σαν το σκύλο:γάβ γάβ και τα όνειρα ξετινάζονται στο κεφάλι μου σαν οργασμός ή σάν μπουκάλι σαμπάνιας. Πολλές και οι μαυρίλες, πολλοί και οι φόβοι….αλλά το παλεύω. Σάν την μάνα μου την πολυλατρεμένη, πάλι η μάνα μου δεν σας είπα…όλο με αυτήν θα ασχολούμε. Τι λέγαμε; Το πείραμα, ναί. Μια τρέλα, ναί. Έχω βάλει και τα τέντ-λάϊν μου, μα φυσικά. Μετράω απο εδώ μετράω κι απο εκεί, στην χειρότερη θα την βρώ την λύση. Χά χά ρέ πώς έμπλεξα έτσι με την πάρτη μου. Τι άτομο; Κι άλλο τσιγάρο ή νύσταξες; Τώρα κλείνουν τα μάτια μου, μόλις πάω να ξαπλώσω ανοίγουν, μές την αντίδραση είμαι. Κι άλλο τσιγάρο για να μάθεις. Το πρωϊ καπουτσινάκι στο ποτάμι και κρουασάν και μετά θα σε πάω στο χαμάμ να ξελαμπικάρεις και να κολυμπήσεις. Μετά θα πάμε να πάρουμε ζογκλερομπάλες που βρήκες και μάστερ δάσκαλο ζογκλέρ με τι σώμα, αχ τι σώμα είναι αυτό. Και μετά τρίποδο για την κάμερα που θα ξεκινήσουμε τα βιντεάκια μας, εδώ στο δωματιάκι μας. Και λίγο βόλτα, καμια μπύρα άν είσαι καλό παιδάκι. Ναί αυτό θέλω αύριο για το ρεπό μου!
Με το ποδηλατάκι μου το γλυκό το δανεισμένο!!!

Ιστορία όγδοη:

Ποτέ δεν θα ευτυχήσω. Πάντα αυτή η φύση μέσα μου θα εξουδετερώνει την γαλήνη μου, το μαμούνι της αμφιβολίας. Και οτι κάλεσα ήρθε….. και τώρα γιατί το σνομπάρω κοιτώντας το τρομαγμένη, κενή, μισή; Είναι σκληρή η φύση; Είμαι εγώ; Γιατί να μην ξέρω το παραμικρό; Γιατί φτού κι απ’την αρχή; Γιατί δεν ηρεμεί;
Ζώ στην Γερμανία. Έχω φτιάξει ένα σπίτι (μόλις που πάτησα το πόδι μου) και υποφέρω λές και τι; Λές και δεν το ζήτησα, δεν το παρακάλεσα; Η μάνα μου. Η μάνα μου. Και αν πάω να την δώ και τ’αφήσω όλα πίσω, θα είμαι ευτυχισμένη; Πότε θα είμαι ευτυχισμένη; Πότε θα νιώσω καλά; Θέλω παιδί; Ή δεν θέλω; Θέλω καριέρα ή δεν θέλω; Μα τι θέλω επιτέλους και γιατί μου κόπηκε το γέλιο; Είμαι κακομαθημένη και ντρέπομαι για λόγου μου. Ίσως να είναι τόσο απλά μαθηματικά! Και αν κάτι που χτίζεται τώρα μου μοιάζει με ψέμα; Και αν όλα αυτά που βλέπω κι αγγίζω οδηγούν στην πλάνη; Πόσο μαλάκας θα αισθανθώ αργότερα; Τέχνη, επιβίωση, σχέση και οικογένεια. Σιγά και να μην γίνουν όλα αυτά μαζί; Και η δουλειά δουλειά και ο έρωτας έρωτας και η αγωνία αγωνία και το αποτέλεσμα; Είναι ορμονικό; Είναι ο χειμώνας; Η ξενιτιά;
Μα τι απο όλα είναι και εγώ μαυρίζω και μαυρίζω και βουλιάζω σε σκέψεις και αναστεναγμούς;

Stegna διηγήματα
Μέρος β

Νάνσυ Αυγέρη
Βερολίνο 2012




Ιστορία πρώτη
O εναντίων λόγου αφουγγράζεται την ευημερία, την γαλήνη?! Σε συμφωνία…Επέστρεψα και εγώ στο τόπο μου, στην γενέθλια γή και αισθάνομαι ο εαυτός μου πάλι. Με τις κακίες και τις μισαλοδοξίες μου, με τις καταχωνιασμένες αυταπάτες μου, με τις μέγιστες φοβίες, ενοχές και ελπίδες…..αλλά είμαι εγώ ξανά αυτός που κατοικεί πίσω απο αυτές τις λιμνάζουσες περιοχές του νού και ξαγρυπνώντας φωνάζει ενάντια, αντίθετα, φτιάχνει μονοπάτια για να περάσει, να κατακτήσει, να σκίσει με το δρεπάνι της σοφίας και της διαύγειας το ρέμα που κυλάει αντίθετα με το συμφέρον της ανθρώπινης μοίρας. Είμαι εγώ ξανά με τα όπλα του ενθουσιασμού και της όρεξης! Ήμουν Βερολίνο, αλλά τώρα είμαι εκατό μέτρα απο το σπίτι του Καζαντάκη στην Αίγινα και νιώθω τα τζιτζίκια να καλμάρουν τον νευρικό μου σύστημα, να με απαλύνουν, απο το πόνο στην λύτρωση. Η αίσθηση κουβαλά την θύμηση και η θύμηση την ταυτότητα μας. «-Ορίστε κύριε, μίστερ….αυτός είμαι, 32 χρονών αλκοολικός της σκέψης και της θεωρίας…..ορίστε και οι πράξεις μου….όσο για τα έργα μου; Αυτά πρόφτασα να κάνω ώς τώρα….ορίστε να’τα!!!» (Και όλα να ξέρεις συνωμοτούν εναντίον……σου. Για να σε δοκιμάσουν; Για να σε κάνουν να αθλητή; Μαχητή; Ταυρομάχο; Δεν ξέρω…. Δεν ξέρω. Η χώρα μου λοιπόν. Η Ελλάδα…Η κατακαημένη τουρκοαμερικάνικη χώρα μου. Που έχει ανθρώπους ελάχιστους, με μπέσσα, με ήθος, με αξία. Τι σημασία έχει αν οι περισσότεροι που την κατοικούν υστερούν, το θέμα είναι οι λίγοι. Αυτοί που σιωπηλά και με ένα καντιλάκι δύναμης αποθεώνουν την τιμή, την περηφάνια αυτού του τόπου. Όσο για την ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ μας ΚΡΙΣΗ, τα πράγματα κραυγάζουν α-λ-λ-α-γ-ή. Είμαστε όμως και ένας λαός κομπλεξικός, ποτέ του δεν σήκωσε ανάστημα, όλο με το βούρδουλα είμασταν και αυτό δημιούργησε ορμές μεγάλες και επιθυμίες και ύλη θυελώδης, γεμίσαμε με ύλη και με οκάδες απο τα καύσιμα της ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑΣ. Αλλά εγώ ο εαυτός μου, δεν μπορεί να σκεφτεί καλά την ύλη. Να αναμετρήσω τί; Το ενοίκιο; Το φαγητό; Την βενζίνη; Για να βρούμε τί; Εκεί για μένα κατοικεί ο θάνατος και η πλήξη… Το μεροκάματο θα ‘ρθεί. Μέχρι στιγμής έτσι ζώ.. Και δεν είναι ευχάριστο το μεροκάματο. Αυτό σε κοιμίζει, αυτό σε ξυπνάει, αυτό σε καθορίζει. Με αυτό θα φάς και θα αφοδεύσεις. Η οικονομία για εμένα είναι ένας σωλήνας υδραυλικός, ένα σύστημα που καταλήγει στην τουαλέτα. Η ζωή είναι και θα έπρεπε, καθήκον μας είναι…να την ορίσει κάτι περισσότερο.

Χιλιάδες χρόνια πρίν στο παρελθόν, όταν οι πολιτισμοί που τώρα ζητωκραυγάζουμε….άνθισαν, άνθισαν για αυτόν ακριβώς το λόγο. Γιατί πίστευαν οτι η ζωή είναι κάτι περισσότερο. Χτίσανε ναούς και στοιβάξανε μοχθώντας οι άνθρωποι της ιστορίας μας, πέτρες και κολόνες για να στηρίξουν μια ιδέα α-ν-ώ-τ-ε-ρ-η. Για να συνομιλήσουν με κάτι σπουδαιότερο και απο τον ίδιο τον άνθρωπο. Και να που τώρα….ακόμα και στο απόγειο του καπιταλισμού και στο καταυλισμό της ύλης και της τουαλέτας, αυτό εξυμνεί ο κάθε καρυδιάς καρύδι φταίχτης, ο κάθε αλλαζωνικός:
«-Ό,τι να είχαμε και κάποτε ένα πολιτισμό, αν μη τι άλλο…..
Αλίμονο στην σκέψη μας. Αλίμονο στην θεωρία μας. Αν αυτά τα αρχικά, τα πρώτα μικρά και τοσοδούλικα βηματάκια μας, κάτω απο το φώς του ήλιου, δεν είναι ορθά ή συνειδητά.. Άν ο πρώτος οδηγός μας, που είναι το ίδιο μας το μυαλό, δεν μας καθοδηγήσει σωστά…..τότε αλίμονο βρέ παιδιά αν θα φτάσουμε και ποτέ στον προορισμό μας..
Αντίθετα λοιπόν σαλπάρουμε χρόνια τώρα με οτι θαυμάσαμε στο είδος μας. Ναοί αυτοί….εμπορικά κέντρα εμείς! Πυραμίδες οι άλλοι….εμείς θα φτιάξουμε εργοστάσια….Και χίλια δύο αλλα μύρια, που δεν ταιριάζουν με το παρελθόν που θέλουμε να θυμόμαστε. Πάμε αντίθετα. Πάμε στραβά.. Πάμε κατά διαόλου. Κατά την γνώμη μου.. Και αν αυτό ακούγεται πολύ γενικό τότε εγώ απολογούμαι με το εξής επιχείρημα: «-Ο κάθε κατεργάρης στο πάγκο του» Δεν ήρθα μέχρι την γή για να ερευνήσω, να καταγράψω, να ερμηνεύσω την βλακεία σου… Αλλά ήρθα για να υπηρετήσω τον ανώτερο (μου.. σκοπό. Και αν με τα καμώματα (σου), τώρα εγώ πρέπει να σκάψω για να βρώ αγκομαχώντας την φλέβα τούτη, θα γυρίσω και θα σου πώ αν εμποδίζεις: «-Κάνε παραπέρα φίλε μου για να περάσω, μην σε πάρει και σε σηκώσει» Τι άλλο να προσθέσω. Νομίζω οτι ξεκαθάρισα την θέση μου. Και ενώ φαίνεται να είναι μεγάλο θέμα, το συμπικνώνω με αυτές τις εντυπώσεις και ομολογίες. Για να μπορέσουμε τελικά να αφομειώσουμε και τίποτ’άλλο! Η επιστροφή μου στην Ελλάδα μου κοστίζει 250ευρώ. Ένα σπιτάκι κακοχτισμένο 1 λεπτό απο την θάλασσα. Έχω φυστικιές γύρω μου, που με κυκλώνουν και έναν σπιτονοικοκύρη να τις φροντίζει μές στο κήπο μου, κάθε πρωϊ…Άς έχει. Τα πράγματα μου είναι εδώ! Είναι εδώ τα εργαλεία μου, σκέφτομαι (κι αυτό είναι το σημαντικότερο. Και η θάλασσα είναι εδώ, μόνο και μόνο που την αισθάνομαι δίπλα, να πάλλεται αυτό με ανωπτερώνει, με γαληνεύει, μου υπόσχεται..

Και απο την άλλη μεριά το Βερολίνο. Ο υγρός βάλτος του Βορρά. Με την Τούρκικη συνοικία και τους λογιών λογιών νέους που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Σάμπως η ελληνική νιότη να πηγαίνει καλύτερα; Πέρα απ’το καλαμπούρι και τις έξυπνες αλανιάρικες ματιές μας, ανησυχώ, λές να μην υπάρχει κάτι περισσότερο; Ανναρωτιέμαι! Είναι και αυτό το ευνουχισμένο μέλλον της χώρας, της παιδειάς, της περίθαλψης… Τι να πώ; Και το Βερολίνο, με το σύστημα του τετραγωνισμένο, αμπαρωμένο, ανίκητο….βγάζει μαθηματικά παιδιά, απαίδευτα, φλάτ και λίγο μίζερα. Τι να σκεφτείς, όταν το σύστημα πρώτα έχει σκεφτεί για σένα; Easy going γενιά, κανά πάρτυ εδώ κανά πάρτυ παραπέρα….και ένα πάρκο για γνωριμίες, ξενέρωτες και ανούσιες….και η ζωή κυλάει μην νομίζεις. Όχι εντάξει έχει και άλλους τύπους ανθρώπων και εγώ τα ισοπεδώνω όλα… Όχι δεν μπορώ να αναλάβω τέτοια ευθύνη, τέτοια ισοπέδωση. Άσε που σ’ένα μήνα επιστρέφω και θα ήθελα να γυρίσω με βάρκα την ελπίδα, γιατί αν γυρίσω με βάρκα την απόγνωση, θα έχουμε πρόβλημα.
Ιστορία δεύτερη
Καλημέρα είπα ! Και ένα μπράβο πρόσθεσα…μόλις έκλεισα ένα κεφάλαιο αρκετά ενοχλητικό θα έλεγα σαν σκέψη. Την οικογένεια και το γάμο. Άχ παεί κι αυτό το μαμούνι. Πάει να ήταν κι άλλο. Τι άλλο μετά απο αυτό; Καριέρα τώρα. Για να συμβούν όλα ομαλά, όπως μου τα ζήτησες εσύ και όλοι για να μπορέσω να με δεχτώ σαν άτομο μέσα στο σύνολο, δεν είναι περίεργο, έπρεπε να έρθω Βερολίνο για να το καταφέρω. Σε μια πόλη σταθμός για την αποδοχή της οποιαδήποτε καμπούρας, ιδιαιτερότητας που μπορείς να κουβαλάς ο ανθρωπάκος, ο καημένος, ο αλαφρωϊσκιοτος…
Τέλος με το στόμα ανοιχτό νιώθω να εισχωρώ όλο και πιο μέσα στα κίνητρα μου και πέρα απο την καρδιά μου που πέτρωσε δεν έμεινε και κάτι πολύ σημαντικό. Ίσως αν κοιτάξω στα μάτια το παιδί μου να αλλάξουν όλα και αυτό είναι κάτι που περιμένω με αγωνία να δώ. Τιμώρησα αρκετά τον εαυτό μου και αυτός τώρα απέκτησε και τίκ…και ψυχωανημπόριες λογιών λογιών. Αλλά δεν γαμιέται….πάμε παρα πέρα. Λίγο ακόμα! Μάλλον πολύ βολικό μου ερχόταν το γεγονός να βρίσκομαι δίπλα απο ανάπηρους και εγώ να φαίνομαι ευκίνητη μπροστά τους και δυνατή σαν βόμβα που πηδάει εκρύγνεται και ξανασκάει απο ‘δώ κι απο εκεί. Μια υποτίμηση και μια υπερτίμηση είναι μια αντίθετη εμμονή μου και ένα ατέρμονο πέρα δώθε του νού, του νού….του νού ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΜΑΛΑΚΑ!

Ιστορία τρίτη
Το μικροκουτοσπιτακι σου….Θέλεις να σου φτιάχνω λέξεις και εικόνες που να ταιριάξουν με το φωτιστικό του δωματίου σου και να σταθώ ανάμεσα με ανοιχτές προπέλες στις προ-πύλες της καρδιάς σου ζητωκραυγάζοντας και με τα μέσα τα σαγόνια: Ναι, είμαι δική σου αγάπη μου! Θέλεις να μπώ στο σπίτι σου και να πηγαίνω γάντι στα έπιπλα, να βγάζω τσιριχτές φωνούλες σαν κουκλάκι και να ζουπάς την κοιλίτσα μου σαν το μαϊμουδάκι. Θέλεις να στρώσω το τραπέζι με φαγητά, γλυκά, ζαχαρωτά, να φοράμε καπέλα ίδια και παπούτσια ίδιο νούμερο, φανταχτερά βρακιά που να αναβοσβήνουν και να σκεπάζουν την θλίψη σου. Θέλεις να υπάρχω δίπλα σου με χίλιους όρους, θέλεις πολύ να μην υπάρχω εγώ, αλλά να είμαι εσύ απέναντι σου, με βυζιά φωτιά και ξαναμέννα. Γελάω με πόνο στις προσδοκίες σου κι ανάβω τσιγάρο καθώς το καπνίζω με μανία ηλιθίου που ‘χει μείνει με το στόμα ορθάνοιχτο στις απαιτήσεις σου. Το σπίτι και τα καπέλα και τα πιάτα με τα κουτάλια και όλο το μενού σου γενικότερα να τα βάλεις στο όμορφο σου το κουτάκι ‘κείνο που έχει για επιγραφή την «αυταπάτη» και άντε βάλε κι ένα φιόγκο πάνω του για να θυμάσαι και εμενα λιγουλάκι που ήρθα μια μέρα και έφυγα αφήνοντας την πόρτα να ακουστεί σαν κόρνα θυμωμένη, που θέλει και αυτή να ξεχυθεί για να σταθεί μωράκι μου, στο τέλεια φτιαγμένο κόσμο σου, για να στον γκρεμίσει…(με την καλή την έννοια!)
Ιστορία τέταρτη!

Νομίζω ακράδαντα οτι ενόψη της κρίσης, εγώ κατάφερα, μέσα σε μια πολύ μικρή εμβέλεια φυσικά, προσωπική κι ατομική, να βοηθήσω την χώρα μου! Έκλεισα μέσω της γερμανίας, δύο πιστωτικές κάρτες, αρκετά φουσκωμένες, σε μια περίοδο, όπου κανείς δεν δέχεται, αλλά και δεν έχει, να πληρώσει φράγκο…Έφερα κόσμο το καλοκαίρι για διακοπές (τουρισμός…) απο Αυστρία και Γερμανία, που δίχως υπερβολές, κατέθεσαν χρήμα μπόλικο. Πήρα μέρος, μέσα σε πολύ αντίξοες συνθήκες, για την αναβίωση της φλόγας των Ολυμπιακών αγώνων. Τι άλλο έκανα και είμαι περήφανη; Νοίκιασα ένα σπιτάκι, και σκοπεύω να το πληρώνω κι ας λείπω στο εξωτερικό. Και έπειτα σε σκέφτομαι Ελλαδίτσα μου. Σε σκέφτομαι και ας μήν μπορώ να σε προσωποποιήσω ακόμα σε κάτι σταθερό. Είσαι η θάλασσα, είσαι οι λέξεις, είσαι το τατουάζ που έχω πάνω μου με το όνομα Ελλάδα, είσαι εσύ πανέμορφη και ταλαίπωρη, πεσμένη σε χέρια ανίκανα. Είναι το κρίμα που αισθάνομαι για σένα, που νιώθω οτι σε πρόδωσα, εν μέρει όμως. Όχι ολοκληρωτικά, δεν παέι να μου λένε, όλοι, μά όλοι: «Φύγε να σωθείς απο την χώρα!!» Όχι μόνο δεν φεύγω, αλλά θα φέρω και ενισχήσεις για να πολεμήσω, να παλέψω, να σώσω την γενέτειρα πατρίδα μου… Μα τι έπαθα; Τι εθνικοφροσύνες είναι τούτες; Τι σχέση έχω εγώ με το έθνος; Με την πατρίδα; Και τέλος ακόμη περισσότερο, τι σχέση έχω εγώ με την οικονομία;! Αδαής ξε-αδαής πονάω για αυτά που ακούω. Και είμαι μακριά, για να το συμμεριστώ. Και νιώθω οτι εκεί που είμαι δεν ανήκω. Και ο νούς μου είναι εδώ, μαζί με οτι αγαπώ.
Ιστορία μου αμαρτία μου Πέμπτη..

Σκοτώνοντας με την ματιά μου τους περαστικούς στο Βερολίνο, πάνε λέω και τα τζιτζίκια, πανε και τα τζατζίκια….πάνε να ‘ταν κι άλλα! Γύρισα πίσω, είμαι κανά 4τραήμερο εδώ και όπως σας το ομολογώ ξυνίζω και ταα μούτρα μου. Πέρα απ’το φώς που είναι παγερό και με κυκλώνει σάν να βρίσκομαι σε διαστημική σφαίρα απο ταινία underground και cult, είναι και τα βλέμματα των ανθρώπων, τα στεγνά, τα κενά. Ο κόσμος εδώ ανακυκλώνει και αγοράζει σε bio market για να σώσει το πλανήτη και όχι το ίδιο τους το σώμα και την ύπαρξη τους στην γή, τίποτε απάνω τους δεν θυμίζει ζωή. Είμαι σχεδόν βέβαιη οτι η Γερμανία θα ζήσει περισσότερο απο κάθε τι άλλο.
Δεν θα το επιτρέψω στον εαυτό μου να με φάει η δύνη της χαμέρπειας και της αδράνειας. Όχι, προτιμώ να πετάω τα σκουπίδια κάτω στο δρόμο, απ’το να γίνω και εγώ αυτή η μίζερη μάζα.
Τελευταία Ιστορία…σας το υπόσχομαι!

Πρίν ξεχάσω θα ήθελα να ευχαριστήσω το Βερολίνο για τα επιδόματα ανεργίας που δίνει το job center (βέβαια με κάποια ασφυκτική για εμένα παρακολούθηση, αλλά εντάξει…), για τα second hand μαγαζιά, για τα μεγάλα παζάρια εδώ όπου μπορείς να πάρεις πάγκο και να αρχίσεις να πουλάς και εσύ πραγμάτειες, βέβαια… και που δεν χρειάζεσαι να έχεις άδεια, για τα φορτηγάκια, μίνι βανάκια που μπορείς να νοικιάσεις ημερησίως με 30 ευρώ και να κάνεις άνετα την μετακόμιση σου, για τα αυτοκίνητα που μπορείς επίσης να νοικιάσεις σε κάθε γειτονιά με μια απλή κάρτα μέλους μόνο με 13 ευρώ για 4 ώρες τουλάχιστον…, για τι άλλο; Για την ελευθερία τάξεως, την ελευθερία ντυσίματος και γενικά ελευθερία για κάθε τύπο ανθρώπου. Για την οικονομική ζωή, τα οικονομικά super market…,για τους μεγάλους ποδηλατόδρομους, το ποδήλατο είναι απαραίτητο για τους Γερμανούς, για τα σκουπίδια που είναι κρυμμένα στις πυλωτές των πολυκατοικιών. Ευχαριστώ που δεν κορνάρετε με το παραμικρό. Που είσαστε όλοι απλοί και συχαινόσαστε την μεγάλη ζωή. Ευχαριστώ και τα φτηνά μαθήματα χορού.
Ευχαριστώ πολύ…, αλλά τώρα φεύγω γειά σας!

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s