ΚΑΛΗΜΕΡΑ

“Καλημέρα”

Νάνσυ Αυγέρη- Αθήνα 2010

«Καλημέρα!»..
ε-ί-π-α λέγοντας
την αλήθεια
για πρώτη φορά
ω-μ-ά,
στον εαυτό μου.
Λές ό,τι έπλυνα
με τα λόγια
αυτά,
την φάτσα μου
ψιλο-κοιτάζοντας την
καχύποπτα
μέσα απ’ το μικρό
καθρεφτάκη
του μπάνιου
στέλνοντας
λύσεις
σε οτι ακαταννόητο
μάζεψα
χρόνια πριν
όπως ο κλέφτης μαζεύει
στα κλεφτά –τα πλούτη.
Έπεσες στον ίδιο σου το λάκο.
Θυμάσαι.;
Ήμουν εκεί,
όταν με ξανα- πίεσα
να ξανα-δώ τον λάκο
με τις νυχιές μου
απάνω στα
τοιχώματα.
Ήμουν εκεί
δεν ξέρω πώς
κατάφερα
κι ανέβηκα
πάλι
την τρύπα εκείνη
που καταπίνει
και μετα ξερνάει
με τόση ευκολία ανθρώπους.
Σαν να ‘σουν ηφαίστειο
και ‘γω ανεπιθύμητη ύλη
με έδιωξες μια μέρα
μέσα απ’τα σωθικά σου..
Πράγματι συνέβη,
«σώθηκα»
μο-νο-λό-γη-σαα,
σαν ζαλισμένη..
Φοβάμαι, εξακολουθώωω
κι ας βγήκα..
‘Ολα θολά και αχνά,
συνεχίζουν να φαίνονται
ενώ διακρίνω
καθαρά:
το χτές πως ακριβώς ξεκόλλησε
απ’το σήμερα,
τα «καπέλα» που χρησιμοποίησα,
και τα «γυαλιά»
που
τσαλαπατήθηκαν κι αυτά
μέσα στην πολύ προσπάθεια:
να β-γ-ώ!

Η είσοδος;
Άν ήταν καθαρή απόφαση;
Πίεσα πολλές ιδέες φαίνεται..

Έτσι φαίνεται,
μια νύχτα με πίεσα ασφυχτικά πολύ
να κάνω πράγματα
που δεν μου χρειαζόντουσαν
απο α-ν-ά-γ-κ-η και φ-ό-β-ο.
Αφήνοντας την σκιά μου
ν’ αποφασίσει
σαν να ‘μαι μωρό
κουλουριασμένο,
σαν να απέγινα
μπαλίτσα, εγώ ένας
ολόκληρος άνθρωπος,
για κοίτα πώς κατάντησα
αστείο παιχνίδι.

Πόσες φωνές
στροβιλίζονται άραγε
ανενόχλητες
μές την τεράστια αυτή
σπηλιά
του σώματος μας
και αντιλαλλούν
ώς τ’ αυτιά
υπονομεύοντας
τις κινήσεις μας
στο χώρο;;
Πόσες φωνές
συγκέντρωσα
και πάλι δεν μπόρεσα
να βρώ το μέγεθος.
Μια απο αυτές ήταν η δική σου
αλλά κι αυτή που ερχόταν απο έναν άλλο
εκείνον που καθόταν «τάχα» δίπλα σου..
Σας πίστεψα τόσο,
που τελικά με αλλάξατε.

Ό,τι συλλέγω απο αναμνήσεις
μετατρέπεται σε μια φωνή
σε δύο..
και μετά,
πολλαπλασιάζεται
σε χίλιες δυο άλλες.

Ήρθες ένα μεσημέρι
αθόρυβα
κι απροειδοποίητα
πέρασες μέσα
σαν τον μεγάλο γάτο
ενώ
με κοίταξες
με τα δύο
τεράστια
κι αστραφτερά μάτια σου,
τρυπώνοντας μια για πάντα
στο χώρο μου
στην σκέψη μου!
Και ήταν τόσο φυσικό να ‘σαι εκεί
που σε χάϊδεψα
απαλά
μην τυχόν και χαλάσω
το τρίχωμα
το ολόχρυσο
και αισθάνθηκα περίεργα
βάζοντας τα δάχτυλα μου
στην μουσούδα σου.
Δεν ήσουν γάτος..
ήσουν άνθρωπος!
Με δυσκολία
πήρα τα χέρια
απο σενα
θέλοντας τώρα
να ακουμπήσω
τα χείλια μου
στα χείλη τα δικά σου
και να
τα σφραγίσω εκεί για πάντα..
Δεν το έκανα ποτέ.
Και εξακολουθώ να γυρεύω αυτήν την ένωση!

‘Αφησα στο έπιπλο πάνω
οτι είχα ποτέ
μου φυλαγμένο
και τράβηξα εμπρός.

Μια λέξη κράτησα
την όμορφη «παντοπούλου»…
Ξεκινώντας έπειτα
απ’ τα χαμηλά
σύρθηκα
ώς τον απέναντι τοίχο.

Έτσι φάνηκε..
Σύντομο το δρομολόγιο
τούτο,
παρ’ότι το ταξί
έγραψε κι ξανα έγραψε
αριθμούς,
σκεπτόμενη
οτι ίσως να την
έκανε την τύχη του.

Δύο ή με τρία χρόνια αργότερα,
βάζω πέντε για σιγουριά,
απαγγέλω την τελευταία κουβέντα
λές κι είναι το μοναδικό,
το υπέρτατο που με συνδέει
με τη φύση,
με τον ουρανό
και με τον κόσμο!
Δεν θέλω να σου μιλήσω
ή να σου πώ το οτιδήποτε
θέλω να σφηνώσω
μέσα μου
και να σε αποστείλω σπίτι σου
δεν χρειάζεται ούτε να κοιτάς
ούτε να προσφέρεις
υπηρεσίες
είσαι μακριά
πολύ μακριά
για να μ’ ακούς
σε έδιωχνα και χτές
και σήμερα ξανάρθες
έχω κάθε δικαίωμα
να
σε απορίπτω
όποτε εγώ το ορίζω.
Απ’ την στιγμή
που σε είδα όμως
σ’ αγάπησα,
πάνε φορές που
θέλησα να στο φωνάξω
μα σιώπησα
τρομοκρατήθηκα,
δεν είναι λίγο οι ματιές
του γύρω κόσμου
κι ακόμα περισσότερο
δεν είναι λίγο
-επουδενή-
το βλέμμα το δικό σου,
το σκυθρωπό
και το φευγάτο.

Δεν θα μπορέσω ποτέ
να εκφράσω αυτό
που σκέφτομαι
ένα σύμβολο σαν κι εσένα
και ‘γω το μόνο
που μου μένει:
είναι να ‘μαι έρμαιο δικό σου
χυμένη
πάνω στην ψιλόλιγνη
κορμοστασιά σου,
που ξαπλώνει και αναπνέει
με όλη
την εμπιστοσύνη
που μπορεί κανείς να εναποθέσει,
στα μαλλιά
και στην κοιλιά σου..
Ξεχάσαμε
να αγαπούμε αληθινά
να ονειρευόμαστε
στο κύμα
και να αγγίζουμε
ερωτικά
τα σώματα μας.

Δεν είναι η ορμή
απ’τους ορμόνες μου
που με κυριεύουν,
είναι όλο μου το είναι
που δονείται και διψά.
Που σε έπλασε
και έπειτα
σε είδε
να στέκεσαι εκεί μπροστά,
σα καθρέφτης
πάγωσα,
ένας καθρέφτης
που απολαμβάνει
αρμονικά αντανακλάσεις..
Είμαι ένας νάρκισσος
που λατρεύει
να κοιτά και να υπηρετεί
εσένα.

Πρέπει να φαίνομαι
μουδιασμένη
μέσα στην κίνηση της Παρασκευής
εννιά η ώρα το βράδυ..
Αν και νιώθω
(προφυλαγμένη)
σ’ένα κουτί
που περνιέται για αμάξι,
αμφιβάλλω ωστώσω
για την σωματική μου
ακεραιότητα.
Ίσως όμως να μην απειλούμαι
και τόσο τώρα..
Σαν να την σκαπούλαρα μου φαίνεται.
Αλλά μόλις
πρόλαβα η άμοιρη
να χωνέψω
(λές κι ήταν βαρύς μουσακάς
ή τούβλο στο στομάχι),
αυτές τις φάτσες και
τις μουτσούνες τους.
Την ακατάπαυστη φλυαρία
και την υποτιθέμενη γνώση,
-με λίγα λόγια την
ανεκδιήγητη
βλακεία τους!
Μα τί νομίζουν:
Οτι κουβαλάνε
γνώση;
Γνώση..(άς γελάσω),
τι καλό μπορεί να συμβαίνει
γύρω απο την περίσσια μάζα τους
βουτηγμένη στο λίπος
το οποίο συμπιέζεται
κάτω απ’ τα ρούχα τους;

Κοιτώ πίσω μου
ματάκια
παιδικά
τα κοιτώ μέσα απ’το παραθυράκι
σ’ένα κουτί παρόμοιο
με το δικό μου..
Άχ θεέ μου τι ελπίδα;
Πόσο χαίρεται!!
Σκέφτομαι:
«τούτο το παιδί μια μέρα θα μας σώσει!»
…και η μάνα, μα πόσο πια νευρίασε,
που τόλμησα και κάρφωσα στα μάτια
το ίδιο της το τέκνο
και, πώς το πήρε έτσι το παιδί
μέσα απο το
πεινασμένο μου -γεμάτο ενθουσιασμό
βλέμμα;
Ας το καλό πια!

Περνώντας κατά τύχη
απο τον κήπο σου
είδα με μάτια δακρυσμένα
ριμαγμένα τα λουλούδια
που
‘χαμε κάποτε φυτέψει ένα πρωϊ
ηλιόλουστο!
Μαζεύοντας απο κάτω τα μαραμένα χορτάρια
γέμισα τις τσέπες μου
ένα μεγάλο μέρος απ’το σωρό
που αργότερα θα μου θυμίσει κάτι απο εσένα και δεν μπόρεσα ούτε να κλάψω τελικά, γιατί απλά να μάθω ήθελα, τι πήγε στράφι ,
το μόνο που γύρεψα στο κήπο σου ήταν
γνώση.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s