Η ΠΥΞΙΔΑ

Η πυξίδα.
Νάνσυ Αυγέρη.
Αθήνα 2010

“Η πυξίδα”
Θέλω να φύγω απο τον κοινό νου.
Θέλω να φύγω απο την κοινόσφαιρα.
Θέλω να ξέρω, τίποτα άλλο.
Η μόνη μου αγωνία;
Η μόνη μου εξουσία;
Να ξέρω ή να ελέγχω;
Διώχνοντας, απομακρύνοντας.
Είμαστε εμείς που πρέπει να θυσιάσουμε,
την ματαιοδοξία για δόξα.
Τι έχει νόημα και τι δεν έχει;
Εσύ τα κατάφερες;
Μάλλον το κέλυφος σου τα κατάφερε και όχι εσύ.
Που είναι φτιαγμένο, αποκαμωμένο να φαίνεται
αυτό και όχι εσύ, στο ξαναλέω.
Που είναι η δόξα σου λοιπόν;
Τι ζητωκραυγάζεις;
Τι αντιμιλάς εσύ;
Θέμα εξουσίας κι ελέγχου;
Θέμα ιεραρχίας και αρχής και αξιολόγησης μαζί;
Δεν πρέπει να ξέρω ρε συ τι θα με φάει ζωντανό;
Αύριο-μεθαύριο, τώρα που μιλάμε;
Πρέπει να βρώ τα όρια.
Ο τοίχος πρέπει να σπάσει.
Ώς πότε όμως θα τρέχεις;
Ώς πότε το πλαίσιο θα αυξομειώνεται;
Για ένα ζωγράφο η φόρμα της κοινόσφαιρας
ακυρώνεται κι έπειτα μετουσιώνεται μέσα σε μια
αναγέννηση γραμμών-καμπυλών-γωνίων.
Τι σχήμα να διαλέξω;
Τι σχήμα άραγε με κολακεύει;
Να βάλω μπλέ ή ροζ;
Να τα βάψω μαύρα ή άσπρα;
Πόση έννοια χωράει μέσα σ’ένα πλαίσιο;
Μην παλεύεις τα κύμματα κάνοντας τον σέρφερ.
Είναι χαζό να ταυτίζεις την ζωή στο πόδι σου.
Να φτιάχνεις τρύπες και άλλες τρύπες.
Θέλει πυξίδα.
Θέλει αρχή.
Θέλει ουσία.
Θέλει φωτιά και λαύρα να
είσαι εκεί
που θέλει το σύμπαν να είσαι.
“Οικονομική κρίση.”
Και για την καρδιά μου;;;

(Παραπονιάρικα):
Ένας αμάραθος,
ένας κάκτος,
ένα γεράνι,
μια λεμονιά..

(Ειρωνικά):
Δεν είναι θέμα, αν δεν μπορείς μια άλλη φορά,
όποτε σε βολεύει.
Μές στην βδομάδα ή και τον άλλο μήνα γιατί όχι…

(Σοβαρά):
Θέλω να σε αγαπήσω όπως και να έχει..
Δεν θές συναίσθημα;
Στις μέρες μας το καταλαβαίνω..

(μπουχτισμένα):
Φταίει και η οικονομική κρίση,
ο καταναλωτισμός και τα χρέη της χώρας.
Έχεις απόλυτο δίκιο,
τι να αγαπήσεις σήμερα,
όταν όλα είναι εχθρικά;

(Ποιητικά):
Ακούω μουσική και θυμάμαι
μια άλλη ζωή,
η ίδια ζωή σε άλλες δομημένες εικόνες.
Ποτέ δεν ξεχώρισα το νού απ’την καρδιά.
Ο νούς πάντα ήταν μια άγκυρα,
που έκοβα με πριόνια και μπαλντάδες.
Ποτέ δεν κόπηκε τελείως,
ποτέ δεν επανήρθε στην πρωταρχική του θέση.
Θυμάμαι δεν ζώ.
Κι όμως το ζώ σαν να ‘ναι τώρα εδώ!
Άν κάνω καλά;
Θα μάθω;
Θα αποφασίσω;
Να διακρίνω τι;
Ανάγκη ή επιλογή;
Να διαλέξω τι;
Την καρδιά την αγνόησα.
Την έθαψα, την έκρυψα, την παράλλαξα.
Της έδωσα σχήματα, ηχητικές χροιές έυηχες,
Απτές, κατανοητές. Απλοποίησα τα πάντα, τις αισθήσεις,
τις εκρήξεις,
τους δαίμονες.
Μια σκέψη καρδιάς ισούται με χίλιες τρακόσιες άλλες σκέψεις
Έκπτωσης και μιζέριας.
Αυτό δεν ζήτησες;
Είμαι σαν να βρίσκομαι σε κηδεία
Περπατάω πίσω απο ανθρώπους σκυφτούς
Που πενθούνε και κλαίνε.
Πίσω απ’την πλάτη τους διακρίνω μια ραχοκοκαλιά θλιμμένη, μαζεμένη
αφημένη στην βαρύτητα της ύλης
και της απώλειας της.
Μπορώ να γελάσω με αυτό..;
Αλλά ούτε αυτό δεν αποσπά την τελετουργική γραμμή της αλήθεια σας..
Ούτε αυτό δεν μετουσιώνει την μορφή σας…
Απο το τέλος του κύκλου
στην πιθανή και αέναη αναγέννηση,
εγώ προσεύχομαι.

“Η ακτή.”
Κατέβηκα πρόσφατα στην άλλη άκρη της γής
και είδα εσένα μπροστά μου.
Απόρρησα- ρώτησα -αναπροσδιόρησα,
τις σκιές μας στον ήλιο αναμέτρησα.

Δεν είναι κουτό να ψάχνεις για κοχύλια
την στιγμή που ακτή δεν υπάρχει;

Σ’ένα μέρος σαν αυτό
πολύ επικληνές και μακρύ
γεμάτο πέτρες, τοίχους κι έπιπλα
η μνήμη τσαλαπατά
τα τσιγάρα και τους καπνούς που ρουφήχθηκαν.

Με το φακό στραμμένο στέλνω σήματα
και δεν είναι καθαρά τα μηνύματα- το ξέρω,
μόλις σε είδα όμως,
ήμουν με το φακό
τρεμάμενο στο χέρι,
και εσύ απ’την άλλη,
αμέσως με αναγνώρισες.

Στην άλλη άκρη της γής
βρήκα εσένα και είχα χαρεί
γιατί νόμιζα,
οτι μου ανταπέδιδες σήματα
και οτι στις εκλάμψεις του μυαλού μου
έβρισκες μέρος να φωλιάσεις.
Και ναί πίστεψα ό,τι στην μεγάλη γή και
στα πέτρινα τοιχώματα του νού,
οτι ήρθε η ώρα επιτέλους,
καιρός του ήτανε ψυθίρισα,
να βρίσκαμε λίγο απο τα κοχύλια
μέσα στην ακτή που απουσιάζει.

Πέρασα την κουβέρτα
δύο με τρείς φορές γύρω
απο το σώμα
και ήταν σχεδόν ζωντανό το όνειρο
που το κύμα της σκέψης μου
μούσκεψε τα πρώτα τα σεντόνια.

Γύρισα ξανά στο πλαϊ
και μισάνοιξα τα μάτια
έχοντας την αλμύρα
της θάλασσας να στεγνώνει
απάνω μου και να κολλάει.

Και τα οστρακοειδή μαζεύτηκαν
ένα βουνό σχεδόν στην παραλία,
σχήματα μιας εποχής
γέμισαν την έκταση της
κούφια απολιθώματα.

Παίρνοντας ένα βαρύ στη χούφτα μου
έπεσα με τα γόνατα
μές την καυτή την άμμο
και απόστειλα την άβυσσο
απο το κέντρο της παλάμης μου.

Άνθρωποι κοχύλια
σχήματα ασχημάτιστα ακόμη
μές την ατέλεια
λαβύρινθοι βρίσκονται,
και στο άκουσμα τους
πάνω στ’αυτί
και δίπλα απο την μύτη
αναπτύσσονται γρίφοι.

Ίσως μές την παλάμη μου
να αφουγγραζόμουν τελικά
το πιο μεγάλο ψέμα.

Κατεβαίνοντας ώς την άλλη άκρη
είδαμε και οι δύο τα είδωλα μας
μές το βότσαλο και κάτω απ’τον ήλιο
πότισαν τα σώματα
ακτίνες.

Δύο οι ψαρόβαρκες, δύο και οι γλάροι
στην μέση της ακτής
η σβησμένη φωτιά
μπροστά το πέλαγος
ξ’άνοιγε με τις κυματιστές πτυχώσεις του
πολύ ρευστό το πέπλο,
ήταν λευκό, κατάλευκο το μέλλον.

Έτσι η φύση μας απάντησε
και εμείς «μικροί» μπροστά της
αγκαλιαστήκαμε με τα κορμιά
σπαθιά στο άγνωστο.

Ο φακός θάφτηκε μέσα στους
άπειρους κιτρινωπούς του κόκκους
και όταν λυτρωθήκαμε απο αυτόν
πήραμε κατά το μήκος της
ακτής το πιο ελαφρύ και σίγουρο βήμα.

Και όταν τα χνότα μας ενώθηκαν
γέμισαν στάμπες διάφανες το μαξιλάρι
και η ακτή έλαμψε
γιατί οι γλάροι αντάλλαξαν κραυγές
πετώντας ολόγυρα
σκορπίζοντας απάνω μας
πανέμορφα κοχύλια.
“Το κρεβάτι.”

Φαντάσματα στριφογυρίζουν
το κρεβάτι μου
λές και κλωσσούν το αυγό
της μοίρας μου.

Κοιτώ έντρομη απο κάτω,
χαμηλά,
ανάμεσα απ’τις σανίδες
ή τα σάπια ξύλα
μένω στάσιμη
και βλέπω πολιτείες
ολόκληρες
που σφηνωμένες ώς τώρα
εντός μου
ανασύρονται
στο χρόνο
και μου αποκαλύπτουν
το όνομα τους.
Τρομαχτικές φιγούρες
απο το παρελθόν
φιλούν στοργικά
το μέτωπο μου,
με προστατεύουν
καραδοκόντας
ασφαλή την τύχη μου να δούνε
και άλλοτε
επαγρυπνώντας
λυσσασμένα
δαγκώνουν
δυνατά
και με πονάνε με μανία.
Πόσα φαντάσματα κοιμούνται πλαϊ μου τις νύχτες;

Στον ξύπνιο μου ακροβατώ
το παράδοξο ευελπιστώ
να ξαναδώ
και όμως χάνονται
σαν δύνη μαγική
την στιγμή που ο ήλιος
ξεπροβαίνει,
απο το παράθυρο
μπορούν τόσο εύκολα
να ξετρυπώσουν
τα φαντάσματα.

Προχτές έμεινα ξάγρυπνη
και είδα να μπαίνουν,
μέσα στο δωμάτιο μου
έστησαν το σκηνικό,
μια θεατρική παράσταση,
το ομολογώ
ήταν εξαίσια παιγμένη
και στην μέση εγώ,
ο ξέμπαρκος
πρωταγωνιστής
ο άβουλος
κι ο άπειρος
που περιμένει
την κατάλληλη
εντολή
να κινηθεί
και υπομένει.

Η λάθος κίνηση υπονομεύει
μια ασήμαντη ή και σημαντική
πρόθεση..

Προσπάθησα να βρώ τον εαυτό μου
σε όλες τις παραμέτρους γέλαγα
και κοίταγα μέσα απ’το θόλο εμένα..

Σαν να χλευάζω οτι με πήγε στράφι.
Άλλη μια ακόμη κίνηση και χάθηκα
έπρεπε να πατήσω –τώρα- φρένο,
αλλά προτίμησα γκάζι..

Εξωφρενικά ασήμαντο το πετάλι
όπου πατάς, όταν δεν ξέρεις που
φτάνει η δύναμη
του πέλματος σου.

Τι θέλω, τι χρειάζομαι, τι βούλομαι;
Πιο βήμα νοθεύει, αλλοιώνει,
υπερτροφεί τη σκέψη μου;

Εμένα, τον εαυτό μου,
το απατηλό εγώ που περιέχει
το πραγματικό μου σώμα.

Είμαι εγώ και ο νούς.
Εγώ και το σώμα.
Εγώ και οι κινήσεις μου.
Εγώ και το τούνελ μου.
Εγώ και οι φθηνές δικαιολογίες μου.
Είναι ο μπαμπάς μου.
Ο νονός μου.
Ο θειός μου.
Είστε εσείς οι γείτονες.
Τα αφεντικά.
Οι δάσκαλοι.
Οι εραστές.
Οι περίεργοι.
Εσείς που με αγαπάτε.
Που με μισείτε.
Που με θεωρείται σπουδαία.

Εγώ, εγώ που με αγαπώ αληθινά.
Εγώ, εγώ που με φτύνω στα μούτρα
γιατί έτσι μου είπαν.

Σταυροδρόμια αγκαθωτά γεμάτο
κουνούπια και έντομα,
τι είναι αυτό το μονοπάτι
που έπεσα αχαλίνωτα
και σα καρπούζι ξεχύθηκα
απλώθηκα
και εκτίναξα την ύλη μου σε ενέργεια;

Και πάγωσε η μάζα σε αναμνήσεις.
Και αποθημένα ερωτικά και σκανδαλώδη.

Για την τάξη τράβηξα,
παίρνοντας το καλό μου το στυλό
και το χαρτί το γυαλισμένο.
Απο τι υλικό να ‘ναι φτιαγμένο
που στέλνει ελπίδα,
να στοιβάξω σε γραμμές τις έγνοιες μου
και όπως τις στοιβάζω
άραγε γιατί να κοκκαλώνω;
Τι ήθελα, τι χρειαζόμουν, τι ήταν βούληση μου;

Ενθουσιάζομαι με τα νερά που κοχλάζουν
χαμηλά στις πετρούλες
και στα φύκια
και είναι σαν να βρίσκομαι
σ’ένα χαμάμ φαντασίωσης.

Είναι όλα εκεί και κουρνιάζουν.
Είμαστε όλοι εκεί
και κυλάμε ένας ένας
στην ατελεύτητη μορφή μου.

Σας γεννάω και σας φτύνω
με χρωματιστές εξ’ουρανού
γλιτσιασμένες ουσίες,
κλεμμένες μέσα απο το
μόχθο της ζωής μου,
ένιωσα για μια στιγμή καλά…

Στη λάθος κίνηση
ήρθε μια πικρόχολη
αλλά ευχάριστη γεύση,
μωρουδιακή.

Σφραγισμένη ικανοποίηση,
με έφερε απο το χτές
στο προχτές και το σήμερα
φτιάχτηκε σύμφωνα
με αυτό το μπρός-πίσω.

Ο τρίτος μου εαυτός ξέχασε
και στάθηκε μες τις αισθήσεις
ή αναθυμιάσεις
του δυστιχισμένου είναι μου.

Εκεί που πληγώθηκε κάποτε,
εκεί που έφαγε καλά μια μέρα κι έσκασε,
εκεί έμεινε μέσα σε ξαναπαιγμένα ακούσματα.

Και ο δεύτερος εαυτός πέθανε,
και ο πρώτος χάθηκε
και ο τρίτος αυτοκτόνησε,
εαυτός και αυτός αλλά πολύ πιο ύπουλος.
Και ο δεύτερος εαυτός πέθανε,
και ο πρώτος χάθηκε
και ο τρίτος αυτοκτόνησε,
εαυτός και αυτός αλλά πολύ πιο ύπουλος.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s