Featured post

Φοβάμαι να αναπνεύσω την ζωή απο το στόμα.

Φοβάμαι να αναπνεύσω την ζωή απο το στόμα.
Κάτι κρέμεται στο αυτί μου
αλλά η όψη δεν είναι αληθινή.
Κόβω τα νύχια λέγοντας
σ’αγαπώ, σ’αγαπώ, σ’αγαπώ
και εκείνα ακούνε ή λές κι ακούν
κάθε μέρα με φροντίδα αγγέλου.

Μάνα, μητέρα ύλη μου
τι είναι το σωστό
τι είναι το σκοπιμότερο
τι είναι αυτό που υπηρετώ
και η σπηλιά γιατί μακραίνει στο βάθος της δύνης μου
και της ανάσας μου -της ανάσας μου
να θέλω…. να αγαπώ….. και να ποθώ.

Τα φτερά της μέρας ανοίγουν
τους δέκα ουρανούς της ευτυχίας,
όσο μακάβρια κι αν είναι η σκιά σου
ο ήλιος ο ήλιος ο ήλιος
-είναι εδώ σαν τον κοιτάζεις
Και οι άνθρωποι της βροχής
έσπρωξαν μονομιάς τη πύλη
της μιζέριας…
Μέσα απο το βάθος ερχόταν η άβυσσος
και η μαύρη θολούρα της γής και του καπνού.
Τι με περιμένει;
Το Αύριο τι καρτερεί απο εμένα;
Εμένα… και αυτούς στους πρόποδες του Κρόνου και της Ρέας;

Στο σκοτεινό παράθυρο
πάνω ψηλά διακρίνω το τσιμέντο
της αποκάλυψης
να ζείς εδώ μονάχος με ιδέες και μορφές άυλες.
Μπορεί, να ανοίξει η καρδιά εδώ;

Advertisements
Featured post

Αγάπη.

Αγάπη
που ξεχύνεται εντός μας
με την ορμητικότητα ποταμού.
Τινάζεται στα βράχια
και ξετινάζει τα όνειρα μας,
αυτά που χτίσαμε
κι εκείνα που θα έρθουν
πολύ αργότερα
μοιραία απο μόνα τους..
Είναι ο Προύστ που διάβασα
και ο Ζενέ
ο Ελύτης κι ο Εμπειρίκος,
ο Καβάφης
ο Φελίνι,
είναι ο Μπέργκμαν,
είναι η Μπιόρκ
και ο Χατζιδάκης που άκουσα,
είναι ο Ντύλαν
που έπαιξε την φυσαρμόνικα
τόσο φυσικά
και τόσο δυνατά
-που τελικά όλα με έσκαψαν
και όλα φώλιασαν μέσα μου-
προπαντώς οι λέξεις,
οι εικόνες,
οι ήχοι
που με γέμισαν εντέλει
ανεξάντλητες υποσχέσεις
κι όνειρα.
Είναι όλος αυτός ο ποταμός
που έκλαψα
και γέλασα,
είσαι εσύ που με κοίταξες
βαθιά στα μάτια,
που με αγάπησες μέχρι θανάτου,
είναι η φύση που συγχρόνισε
την ψυχή μου στο σύμπαν,
την κέντισε με λουλούδια,
που τις έδωσε
απίστευτες μυρωδιές
και αθάνατες εποχές
και ιδέες πολύ μεγάλες.

Είναι και
θα είσαι πάντα μέσα μου
ώς πρός το άπειρο
και πάλι πίσω στο μηδέν
κι ανάμεσα εγώ,
ένα διαποτισμένο εγώ
που μέσα σ’όλα
ή έξω απ’όλα
παραμένει
έκθαμβο,
ένθεο
κι αποφασισμένο
να μπεί και να περάσει
μέσα απ’το κατώφλι αυτό
με τσαμπουκά.

Ναί πιστεύω στην αγάπη,
στην συνείδηση της αγάπης,
δηλαδή στο μέλλον,
στην καυτή φωτιά
και στο κρύο νερό,
που καίει
κι έπειτα ξεπλένει τα όντα
ανυψώνει τους γίγαντες,
τους νάνους
και τα παραπληγικά πλάσματα.

Την αδικία
το μίσος
την κακία
και την μωρία.
Μεταμορφώνει,
χαλιναγωγεί
και εκπαιδεύει σαν μαέστρος
την απόλυτη συμφωνία
κι ασυμφωνία της υπάρξεως μας.

Δεν βλέπεις;
Ο κόσμος αιμοραγεί διχασμένος,
σχιζοφρενής παλεύει
με κουμπιά
και νεκρά σύμβολα
να ανατινάξει το πλανήτη,
την στέγη απο πάνω του.
Τον εαυτό του. Εσύ;
Κλέβεις λίγο χρόνο απο αυτό
που ήδη σου ‘κλεψαν
άλλοι
και κοιτάς
και παρατηρείς
το μοναδικό αυτό τέλος του κόσμου
και εξασφαλίζεις
μια θεσούλα έξω απο αυτόν.
Στο πουθενά.

Στο πλανήτη που κυοφορείς
με δυσκολία μέσα σου..
Σε έννοιες όπως η αγάπη
που αυτο-διδάχτηκες
μια νύχτα ολόκληρη,
μια μέρα ξενιτεμένη
απο προγράματα,
μια στιγμή μικρή
αλλά καμπυλωτή
που τελικά σβούριξες μέσα της
σαν μελισούλα
και νόμισες
οτι κράτησε αυτή η στιγμή για μια ζωή.

Αγάπη..
Σε σχέση με ‘μένα,
σε σχέση με τον άλλο,
μια μοναδική ένωση
που σε κάποιους νόμους
τελικά υπακούει
και γεννάει ένα μωρό.
Σε ανώτερους όμως νόμους
και σε άλλες αρχές
γεννάει ένα έργο.
Μένεις με το στόμα ανοιχτό
απέναντι στην φύση,
τρέμεις σαν καμένο φύλλο
στο χαμώ της.
Στο θάνατο αισθάνεσαι οτι χάνεσαι,
οτι βυθίζεσαι,
οτι δεν υπάρχεις,
οτι δεν υπήρχες
και οτι δεν θα υπάρξεις ποτέ.
Κοματιάζεις το σύνολο,
αναλόγως.
Η αγάπη γεννάει θάρρος,
γεννάει άλλα σύνολα,
όχι τα αναλόγως
αλλά τα αντιστρόφως.
Δυνάμεις που έρχονται,
που προσπερνάνε,
που μαζί με τα αόρατα
μπορείς και ξεκολλάς
απο το ένα σημείο στο άλλο,
ταξιδεύοντας,
ονειροπολόντας…
Μην κλαίς
προσπάθησε να ακούσεις
την εκκωφαντική σιωπή της απόγνωσης,
την αφυδατωμένη γή,
την ευνουχισμένη μοίρα σου.
Προσπάθησε
να σατυρίσεις εσένα,
την αξιολύπητη φιγούρα σου,
την σκιά σου που χαροπαλεύει
να ανοίξει τα μάτια απένατι
στην ανοησία,
στην ποταπή καθημερινότητα,
στην αβεβαιότητα,
στις διακυμάνσεις,
στις διαθέσεις,
στην περιστροφή σου γύρω απ’τον ήλιο
δίχως κάποιο νόημα.
Αγάπη μου ήθελα
να σου δώσω τα πάντα
και τελικά προτίμησα
να μην σου δώσω τίποτα,
δεν είπαμε;
Όχι τυχαία,
ώς πρός το άπειρο,
ώς πρός το μηδέν
και τούμπαλιν.

Ακόμα ένα τσιγάρο
και ύστερα
θα πάω να συνεχίσω
την μέρα μου,
κατα τ’άλλα
είναι λαμπερή και ωραία,
αστειεύομαι
όταν την κατηγορώ..
Όχι δεν εννοώ απολύτως τίποτα..
Ίσως να πιστεύω ένα μικρό κομμάτι
αλλά όλα τ’άλλα
είναι απίστευτες ψευτιές.
Ξέχνα οτι είπα
άν μπορείς.
Αφού μπορώ εγώ όμως
που στο κάτω κάτω
σ’αγαπάω,
εσύ δεν θα μπορέσεις;

Featured post

Liebe

Liebe,
die sich in uns mit der
Heftigkeit eines Flusses ergießt.
Sie bricht sich an den Felsen
und erschüttert unsere Träume,
die wir erschaffen haben
und jene die schicksalhaft
viel später von allein kommen werden…
Sie ist Proust, den ich las
und Genet,
Elytis und Empirikos,
Kavafis,
Fellini,
sie ist Bergmann
sie ist Björk
und Hatzidakis den ich hörte,
sie ist Dylan,

der die Mundharmonika
so natürlich
und laut spielte
– was mich letztendlich alles prägte
und in mir nistete –
besonders die Worte,
die Bilder,
die Töne,
die mich vollkommen füllten,
unausgeschöpfte Versprechungen
und Träume.
Sie ist dieser ganze Fluss,
den ich weinte
und lachte,
es bist du, der du mir
tief in die Augen sahst,
der mich bis zum Tod liebte,
sie ist die Natur die meine Seele
mit dem Universum in Einklang brachte,
sie mit Blumen stickte,
die ihr unglaubliche Düfte gab,

und unsterbliche Zeiten
und sehr große Ideen.

Sie existiert
und du wirst immer in mir sein
hin zum Unendlichen
und wieder zurück zu Null
und dazwischen ich,
ein durchtränktes Ich,
das in allem
oder aus allem
erstaunt,
von Gott inspiriert
bleibt
und entschlossen,
hineinzugehen und diese Schwelle
draufgängerisch zu überschreiten.
Ja, ich glaube an die Liebe,
das Bewusstsein der Liebe,
das heißt die Zukunft,
im heißen Feuer
und im kalten Wasser,
das heiß ist
und danach die Wesen abspült,
die Riesen,die Zwerge
und die querschnittsgelähmten Geschöpfe
erhöht.

Die Ungerechtigkeit
den Hass
die Bosheit
und die Dummheit.
Verwandelt,
zügelt
und den absoluten Einklang und Missklang unserer Existenz ausbildet wie ein Maestro.

Siehst du nicht?
Die Welt blutet zwiespältig,
ringt schizophren
mit Knöpfen
und toten Symbolen
umden Planeten zu sprengen,
das Dach über ihr.
Ihres Selbst. Du?
Du stiehlst ein wenig Zeit von jener,
die dir andere bereits gestohlen haben
und schaust
und beobachtest
dieses einzigartige Ende der Welt
und sicherst
einen kleinen Platz außerhalb von ihr.
Im Nichts.

Auf dem Planeten, den du unter Schwierigkeiten in dir birgst…
Mit Begriffen wie der Liebe,
die du dir selbst beigebracht hast
eine ganze Nacht,
einen Tag in der Fremde gelebt
durch Programme,
ein kleiner,

aber gekrümmter Moment, in dem du dich letztendlich drehtest
wie eine kleine Biene und glaubtest, dass dieser Moment ein Leben lang dauert.

Liebe…
In Bezug mit mir,
in Bezug mit dem anderen,

eine einzigartige Vereinigung,
die letztendlich irgendwelchen Gesetzen gehorcht und ein Baby gebärt.
Aber unter höheren Gesetzen
und anderen Prinzipien
gebärt sie ein Werk.
Dir bleibt der Mund offen
angesichts der Natur,
du zitterst wie ein verwelktes Blatt
bei ihrem Verlust.
Beim Tod fühlst du dich als würdest du dich verlieren,
dass du abtauchst
dass du nicht existierst
dass du nicht existiertes
und dass du nie existieren wirst.
Du zertrümmerst das Ganze entsprechend.
Die Liebe gebärt Mut,
gebärt andere Einheiten,
nicht die entsprechenden,
aber die umgekehrten.

Kräfte, die kommen,
die vorbeigehen,
die du zusammen mit den unsichtbaren
von einem Punkt zum anderen
loslösen kannst,
reisend,
träumend…
Weine nicht,
versuche die ohrenbetäubende Ruhe der Verzweiflung zu hören,
die verdurstete Erde,
dein kastriertes Schicksal.
Versuche,
dich satirisch darzustellen
deine bemitleidenswerte Figur,
deinen Schatten, der mit dem Tode ringt
um die Augen
gegenüber der Dummheit zu öffnen,
der niederträchtigen Alltäglichkeit,
der Unsicherheit,
der Schwankungen,
der Stimmungen,
deines Umlaufs rund um die Sonne
ohne irgendeine Bedeutung.
Meine Liebe,
ich wollte dir alles geben
und letztendlich zog ich es vor
dir nichts zu geben, sagten wir es nicht?
Nicht zufällig,
zur Unendlichkeit hin
zur Null hin
und wieder zurück?

Featured post

Dionysus Liberator

The Theatre of Dionysus was a major open-air theatre in Athens, one of the earliest theaters in the world, where plays were performed at festivals in honour of the god Dionysus. It is commonly confused with the later and better preserved Odeon of Herodes Atticus at the southwest slope of the Acropolis. In 534 BCE, the Athenian tyrant Peisistratus transferred the Dionysiac festival from the rural district of Eleutherae inside the city of Athens.[1] The plays that formed a part of these festivals were at first performed on a flat circular area in the Agora of Athens, but were transferred about 500 BCE to the sloping southern side of the Acropolis, where a temple to Dionysus was also built with an outside altar.[2] It formed part of the sacred precinct, or temenos, of Dionysos Eleuthereus (“Dionysus Liberator”). The theater was able to hold up to 25,000 people, with them all able to hear clearly what was being said on stage. Dedicated to the god of wine and fertility, patron of drama, and the liberator of man from his everyday worries, it hosted the City Dionysia festival. Amongst those who competed are all the dramatists of the classical era who composed plays that have survived: Aeschylus, Sophocles, Euripides, Aristophanes, and Menander. (Dozens of other playwrights are known by name; thousands of other tragedies, comedies, and satyr-plays are known only by name or in small fragments.)
wikipedia

Featured post

ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ-“Οκτάνα”

«Και τώρα ο καθείς θα διερωτηθή ευλόγως: «Μα τι θα πη Οκτάνα ;» Δίκαιον το ερώτημα και η απάντησις θα έλθη γρήγορα. Όμως διά να γίνη πλήρως νοητή, ρίξετε πρώτα μέσα σας μια καλή ματιά και ευθύς μετά ρίξετε άλλη μία τριγύρω σας δεξιά και αριστερά, πάνω και κάτω. Έπειτα κλείστε τα μάτια σας για μια στιγμή και ανοίξτε τα αποτόμως, ανοίγοντας διάπλατα και τις ψυχές σας. Η απάντησις θα βρίσκεται μπροστά σας, όχι μονάχα νοητή, μα και απτή σώμα περικαλλές και έμψυχον και σφύζον.

Και τώρα (αμήν, αμήν) λέγω υμίν:

[…]Οκτάνα θα πη παντού και πάντα εν ηδονή ζωή.
Οκτάνα θα πη δικαιοσύνη.
Οκτάνα θα πη αγάπη.
Οκτάνα θα πη παντού και πάντα καλωσύνη.
Οκτάνα θα πη η αγαλλίασις εκείνη που φέρνει στα χείλη την ψυχή και εις τα όργανα τα κατάλληλα με ορμήν το σπέρμα.
Οκτάνα, φίλοι μου, θα πη, απόλυτος μη συμμόρφωσις με ό,τι αντιστρατεύεται, ή μάχεται, ή αναστέλλει την έλευσιν της Οκτάνα.
Οκτάνα θα πη μη συμμετοχή και μη αντίταξι βίας εις την βίαν.
Οκτάνα θα πη ό,τι στους ουρανούς και επί της γης ηκούετο, κάθε φοράν που ως μέγας μαντατοφόρος, με έντασιν υπερκοσμίου τηλεβόα, ο άγγελος Κυρίου εβόα.
Ιδού με ολίγα λόγια, αλλά σαφή, ιδού τι θα πη, φίλοι μου, Οκτάνα.

Και τώρα θα προσθέσω:

Όσοι από σας πια βαρεθήκατε στον κόσμο αυτόν τον άδικον και τον βλακώδη να άγεσθε και να φέρεσθε από τους ψεύτες, από τους σοφιστάς και λαοπλάνους, όσοι πια βαρεθήκατε οι δεσμοφύλακές σας σαν τόπια ταλαίπωρα να σας εξαποστέλλουν εις τον Καϊάφα και πριν απ αυτόν στον Άννα, προσμένοντας να έλθη η Ώρα η χρυσαυγής, η πολυύμνητος και ευλογημένη, όσοι πιστοί, όσοι ζεστοί, όσοι την σημερινήν ελεεινήν πραγματικότητα να αλλάξετε ποθείτε, προσμένοντας να έλθη η Ώρα, όσοι πιστοί, όσοι ζεστοί, ελάτε και ως ανακράξωμεν μαζί (νυν και αεί, νυν και αεί) σαν προσευχή και σαν παιάνα, ας ανακράξωμεν μαζί, με μια ψυχή, με μια φωνή ΟΚΤΑΝΑ!»

Αντρέας Εμπειρίκος – Οκτάνα

Featured post

H AKTH…

Κατέβηκα πρόσφατα στην άλλη άκρη της γής
και είδα εσένα μπροστά μου.
Απόρρησα- ρώτησα -αναπροσδιόρησα,
τις σκιές μας στον ήλιο αναμέτρησα.

Δεν είναι κουτό να ψάχνεις για κοχύλια
την στιγμή που ακτή δεν υπάρχει;

Σ’ένα μέρος σαν αυτό
πολύ επικληνές και μακρύ
γεμάτο πέτρες, τοίχους κι έπιπλα
η μνήμη τσαλαπατά
τα τσιγάρα και τους καπνούς που ρουφήχθηκαν.

Με το φακό στραμμένο στέλνω σήματα
και δεν είναι καθαρά τα μηνύματα- το ξέρω,
μόλις σε είδα όμως,
ήμουν με το φακό
τρεμάμενο στο χέρι,
και εσύ απ’την άλλη,
αμέσως με αναγνώρισες.

Στην άλλη άκρη της γής
βρήκα εσένα και είχα χαρεί
γιατί νόμιζα,
οτι μου ανταπέδιδες σήματα
και οτι στις εκλάμψεις του μυαλού μου
έβρισκες μέρος να φωλιάσεις.

Και ναί πίστεψα ό,τι στην μεγάλη γή και
στα πέτρινα τοιχώματα του νού,
οτι ήρθε η ώρα επιτέλους,
καιρός του ήτανε ψυθίρισα,
να βρίσκαμε λίγο απο τα κοχύλια
μέσα στην ακτή που απουσιάζει.

Πέρασα την κουβέρτα
δύο με τρείς φορές γύρω
απο το σώμα
και ήταν σχεδόν ζωντανό το όνειρο
που το κύμα της σκέψης μου
μούσκεψε τα πρώτα τα σεντόνια.

Γύρισα ξανά στο πλαϊ
και μισάνοιξα τα μάτια
έχοντας την αλμύρα
της θάλασσας να στεγνώνει
απάνω μου και να κολλάει.

Και τα οστρακοειδή μαζεύτηκαν
ένα βουνό σχεδόν στην παραλία,
σχήματα μιας εποχής
γέμισαν την έκταση της
κούφια απολιθώματα.

Παίρνοντας ένα βαρύ στη χούφτα μου
έπεσα με τα γόνατα
μές την καυτή την άμμο
και απόστειλα την άβυσσο
απο το κέντρο της παλάμης μου.

Άνθρωποι κοχύλια
σχήματα ασχημάτιστα ακόμη
μές την ατέλεια
λαβύρινθοι βρίσκονται,
και στο άκουσμα τους
πάνω στ’αυτί
και δίπλα απο την μύτη
αναπτύσσονται γρίφοι.

Ίσως μές την παλάμη μου
να αφουγγραζόμουν τελικά
το πιο μεγάλο ψέμα.

Κατεβαίνοντας ώς την άλλη άκρη
είδαμε και οι δύο τα είδωλα μας
μές το βότσαλο και κάτω απ’τον ήλιο
πότισαν τα σώματα
ακτίνες.

Δύο οι ψαρόβαρκες, δύο και οι γλάροι
στην μέση της ακτής
η σβησμένη φωτιά
μπροστά το πέλαγος
ξ’άνοιγε με τις κυματιστές πτυχώσεις του
πολύ ρευστό το πέπλο,
ήταν λευκό, κατάλευκο το μέλλον.

Έτσι η φύση μας απάντησε
και εμείς «μικροί» μπροστά της
αγκαλιαστήκαμε με τα κορμιά
σπαθιά στο άγνωστο.

Ο φακός θάφτηκε μέσα στους
άπειρους κιτρινωπούς του κόκκους
και όταν λυτρωθήκαμε απο αυτόν
πήραμε κατά το μήκος της
ακτής το πιο ελαφρύ και σίγουρο βήμα.

Και όταν τα χνότα μας ενώθηκαν
γέμισαν στάμπες διάφανες το μαξιλάρι
και η ακτή έλαμψε
γιατί οι γλάροι αντάλλαξαν κραυγές
πετώντας ολόγυρα
σκορπίζοντας απάνω μας
πανέμορφα κοχύλια.

Ζήστε ! Ζήστε !

Ζήστε ! Ζήστε !

Τα σερνάμενα βήματα της ακούγονταν ολοένα και πιό κοντά, καθώς μας πλησίαζε. Τα παλιομοδίτικα τακούνια της ηχούσαν βαρειά, στ’αυτιά μου : τιιίκ τάαακ …
– Γειά σας ! Θα ήθελα έναν ελληνικό καφέ, διπλό μέτριο, σας παρακαλώ.
Η ταμίας γύρισε και ρώτησε την περίεργη κυρία :
– Θα καθίσετε στό μαγαζί ή θα τον πάρετε στό χέρι ;
– Θα καθίσω συγνώμην. Θα καθίσω λίγο εκεί …. και έδειξε με το σκελετωμένο δάκτυλό της, ένα απομακρυσμένο, μοναχικό τραπεζάκι, κάπου στο βάθος του μαγαζιού.
– Μη με παρεξηγήτε, δεν είμαι ψώνιο … απλά το μυαλό μου κολλάει πότε-πότε … δικαιολογήθηκε βιαστικά.
Λες και μάς μαγνήτισε η φωνή της, μαζευτήκαμε όλοι γύρω από την ταμία, για να μάθουμε τι συμβαίνει. Διακριτικά, κάναμε πως δουλεύαμε για να μήν παρεξηγηθεί η ξαφνική αυτή μάζωξη.

– Μου έχουν συμβεί τόσα, μα τόσα πολλά ! επανέλαβε η γριά κυρία κουρασμένα, σά νά ‘τρεχε για μέρες.
Ευγενικά η ταμίας, την κοίταξε στα μάτια με συμπάθεια, δείχνοντας της έτσι ότι μπορεί ελεύθερα ν’ακουμπήσει πάνω της. Αυτή πάλι άρχισε σιγά-σιγά να ξανοίγεται :
– Ο γυιός μου πέθανε σε τροχαίο ! Θέλετε μήπως να τον δείτε ; Θέλετε ;
– Μάλιστα κυρία …..
Βγάζει λοιπόν, μιά φωτογραφία απο την χιλιοχρησιμοποιημένη παμπάλαιη τσάντα της. Τώρα, την κοιτάμε όλοι σιωπηλοί, εμβρόντητοι μπροστά στήν τόση δυστυχία. Έδειχνε ένα καλοφτιαγμένο μελαχρινό νέο, γεροδεμένο, πού ‘δειχνε μάλλον διψασμένος γιά ζωή.
– Τον άντρα μου, τον χάσαμε κι αυτόν …. Τρείς μέρες μετά τό θάνατο τού γυιού μας. (βαριαστενάζει). Ιός κοξάκι, μάς είπε και η θλίψη της ήρθε να μάς εθίσει !
– Μά, τι μάς λέτε τώρα ;!
Σοκαρισμένοι, την κοιτάμε και περιμένουμε με αγωνία την επόμενη της λέξη.
– Το μόνο που μού’χει απομείνει, είναι το κοριτσάκι μου, να σάς την δείξω ; Αφήστε με να σάς την δείξω ….
Άλλη μια φωτογραφία, ξεπρόβαλε απο την σκοροφαγωμένη τσάντα. Όμως αυτή τη φορά μας έδειχνε κάποιον ζωντανό : έμοιαζε σάν την ελπίδα που πεθαίνει πάντοτε τελευταία !
– Είναι πανέμορφη ! ξέσπασε η ταμίας ενθουσιασμένη.
– Το ξέρω …. κι αυτός είναι ο λόγος που ακόμη, στέκομαι στα πόδια μου, γιατί αλλοιώς, τώρα θα είχα φύγει κι εγώ …..
Εμείς, μείναμε εκεί, να την κοιτάμε αποσβολωμένοι και μοιραίοι.

– Παιδιά μου ! φώναξε τώρα δυνατά και ένοιωσα τη φωνή της, να πατάει ένα κατασκονισμένο, κατασκουριασμένο πλήκτρο του μυαλού μου.
– Να κοιτάτε μόνο το τώρα ! Τη στιγμή ! Η Ζωή δεν μας έδωσε τίποτα σταθερό και δεδωμένο. Κάντε μόνο ό,τι αγαπάτε ….. Ξεχάστε όλες τις μικρότητες της καθημερινότητας, δεν υπάρχουν ! Ζήστε ! Ζήστε !

– Ευχαριστούμε πολύ, για τα λόγια σας κυρία και κάντε κουράγιο …. υπομονή !

Μάς άφησε μαλάκες και πήγε κι έκατσε στο τραπέζι της. Περίμενε τον καφέ σαν νά’τανε οποισδήποτε πελάτης. Ξέραμε οτι δεν θα την ξαναβλέπαμε ποτέ πιά. Είναι φορές που τα λόγια μένουν καί όχι ο άνθρωπος που τα ξεστόμισε. Άλλωστε η βόμβα είχε σκάσει πρό πολλού : η αποστολή εξετελέσθη ! Ένα τραίνο είχε περάσει απο πάνω μας και τώρα το μόνο που ενδιέφερε ήταν, οι όποιες ζημιές. Ούτε μια γρατζουνιά, σκεφτήκαμε όλοι μας, κοιτάζοντας το σώμα μας ανακουφισμένοι. Σέ λίγη ώρα, οι περισσότεροι ξαναβρήκαν το laissez-fair της δουλειάς τους. Το “εργοτάξιο” της μικρής μας καθημερινότητας ή καλύτερα, μηδαμινότητας, λειτουργούσε πάλι ρολόϊ, ανενόχλητο και ίσως-ίσως και ανυποψίαστο. Τα χαζόγελα και οι ανόητες κουβεντούλες, βγήκαν πάλι απ’τα χαζόκουτα τους και σάν σωστοί διακοσμητές, στόλισαν την τύρβη μας.
Η ταμίας μας, κούνησε μιά αριστερά και μιά δεξιά την άδεια της κεφάλα και πήρε μια τεθλιμμένη έκφραση του στύλ “αυτά έχει η ζωή” και συνέχισε να μετράει κενούς αριθμούς για καθυστερημένους μεγάλους …..
– Ένα ευρώ σεν ένα ευρώ ίσον δύο ευρώ !

Ένοιωθα απελπιστικά μόνη. Πιο μόνη δε γίνεται ! Ρέ παιδιά, σκέφτηκα, η κυρία έκανε τόσο δρόμο, ποιός ξέρει απο που, για να μας πεί κάτι ! Όχι για να μας πεί ότι, πέθανε η οικογένεια της, όχι αυτό ! Αλλά ότι πρέπει να φύγουμε από’δώ μέσα, μια ώρα αρχύτερα. Ο κόσμος εδώ είναι ψεύτικος. Εδώ μέσα, μυρίζει θάνατο, πεθαμενίλα και ανυπαρξία. Μά γιατί, δεν καταλαβαίνετε ;! Έκανε τόσο δρόμο, η καλή αυτή γυναίκα ! Τα μάγια της ανοησίας μας δεν πρόκειται να λυθούν ποτέ απο μόνα τους. Ίσως …. αν βάλουμε όλοι από ένα χεράκι …. ;!
Μάταια, οι εσωτερικές φωνές μου έσκουζαν : μα είσαι τελείως μαλάκας ! Ο καθένας πρέπει να το κάνει μόνος του, χωρίς βοήθεια και δίχως πατερίτσες.
Μάζεψα τα πράγματά μου, έβαλα το σακάκι μου και είπα :
– Γειά σας, πάω να κάνω αυτό που θέλω πραγματικά : Να ζήσω !
– Τι, τι έκανε λέει ;! Για που τό’βαλες ;! τσίριξε η ταμίας.
– Φεύγω, φεύγω απο τις μικρότητες της καθημερινότητας ! Η κυρία, μας το ‘πε καθαρά: ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ! Φεύγω ! ξαναείπα πεισματικά, πιστεύοντας ότι αυτή τη φορά θα με καταλάβει, μιά και τώρα το ‘ξερε ακόμα κι αυτή.
– Δεν έχεις να πας πουθενά ! Το μαγαζί το σκέφτηκες, μωρή τρελαμένη ; Τους πελάτες μας ; Επιτέλους πάψε να κάνεις σα μικρό παιδί !
– Μα, όλα αυτά δεν υπάρχουν.
– Σε παρακαλώ κορίτσι μου, γύρνα πίσω στή δουλειά σου καί άσε τα χαζά ….

Ξανάβαλα τα πράγματά μου στο παλιό στοιχειωμένο τους σημείο και εγκαταλείφθηκα ξανά στα μαύρα κύματα δουλειάς σάν σε ρέμα μετά από μπόρα, αδειασμένη πια απο κάθε ενέργεια.